το ποδόσφαιρο και η επιστήμη

αφορμή της παράθεσης αυτού του κείμενου που δημοσιοποιήθηκε στις 23/1/2016 είναι η σημερινή απώλεια του συγγραφέα

ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, αθλητικογράφος σύμφωνα με τους τύπους, μου έμαθε πως μια αυτιστικά περιχαρακωμένη κοινωνική εκδήλωση όπως το ποδόσφαιρο, που κεντρικά επιδιώκει τον πιο ταπεινό και πλήρως ελεγχόμενο διαχωρισμό των πολιτών σε «ομάδες», θα μπορούσε επιπλέον να ακουμπά και σε άλλες δραστηριότητες που ενισχύουν τη συλλογική αντίληψη, αυτές που γενικά λέγονται «πολιτισμός»

τον παρακολούθησα ως ραδιοφωνικό παραγωγό, ως συγγραφέα και ως μεταφραστή κειμένων και βιβλίων που μάλλον δεν θα απαντούσα ερήμην του

μου έδειξε επίσης και καναδυό πραγματάκια με τη στάση του ως πολίτης   

το ποδόσφαιρο και η επιστήμη

Ακούγεται παράλογος ο ισχυρισμός ότι το ποδόσφαιρο, ένα παιχνίδι, μπορεί να έχει σχέση με την επιστήμη ή την τέχνη. Αρκετές φορές στο παρελθόν έχω γράψει για τις ομοιότητες του ποδοσφαίρου με την τέχνη, ομοιότητες που επισήμαναν, ανέδειξαν και υπερασπίστηκαν πολλοί σπουδαίοι διανοητές. Όμως, το παιχνίδι έχει σχέση και με την επιστήμη αφού η σχέση του με τον χώρο είναι προφανής.

Ο Ντείβιντ Γουίνερ , ο συγγραφέας του εξαιρετικού βιβλίου The brilliant Orange που ασχολείται με την επανάσταση του ολλανδικού ποδοσφαίρου που εκδηλώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 60, διατυπώνει μία πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία για το ποδόσφαιρο του Άγιαξ και την σχέση του με την αρχιτεκτονική των φραγμάτων στην Ολλανδία, που μεγάλωναν το καλλιεργήσιμο έδαφος, μίας χώρας που βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Πιθανόν κάποιος να ισχυριστεί ότι αφού το κλειδί στο ποδόσφαιρο είναι ο «κενός χώρος» δεν είναι δύσκολο να θεμελιωθεί μία σχέση του με την γεωμετρία, για παράδειγμα. Με την κυβερνητική όμως; Τον κλάδο εκείνο των φυσικών επιστημών που μελετά τους μηχανισμούς επικοινωνίας και ελέγχου των οργανικών και μηχανικών συστημάτων; Κι’ όμως στην ιστορία του ποδοσφαίρου μπορεί να βρει κάποιος έναν άνθρωπο που ανακάλυψε μία τέτοια σχέση και μάλιστα πάνω σε αυτή την σχέση, θεμελίωσε όλη την ποδοσφαιρική του φιλοσοφία που γέννησε ένα αριστούργημα. Την απάντηση της ανατολικής Ευρώπης, στον Άγιαξ. Την μεγάλη ομάδα της Δυναμό Κιέβου.

Ο Βαλερί Λομπανόφσκι ήταν ένας 22χρονος εξτρέμ το 1961, όταν η Δυναμό Κιέβου κατέκτησε τον τίτλο για πρώτη φορά. Είχαν φτάσει τόσες πολλές φορές κοντά στην κατάκτηση του τίτλου, που οι οπαδοί τους είχαν αρχίσει να πιστεύουν ότι δεν θα συνέβαινε ποτέ. Έτσι, όταν στέφθηκαν πρωταθλητές, το επίτευγμά τους χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό. Κι όμως μέσα σε αυτό το κλίμα της χαράς, ο Λομπανόφσκι δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος και η στάση του αυτή έγινε φανερή στην διάρκεια μίας τελετής προς τιμήν της ομάδας, στο ινστιτούτο Επιστήμης και έρευνας της κατασκευαστικής Βιομηχανίας.

Ο Λομπανόφσκι βρέθηκε εκεί μαζί με τους συμπαίκτες του Όλεγκ Μπαζίλεβιτς και Βλαντιμίρ Λεβτσένκο. «Ναι, κερδίσαμε τον τίτλο» τον άκουσε να λέει μπροστά σε ενθουσιασμένους οπαδούς, ο Βολοντίμιρ Σαμπαλντίρ, ένας επιστήμονας από το Κίεβο και για πολλά χρόνια ερασιτεχνης ποδοσφαιριστής. «Αυτό, όμως, δεν σημαίνει κάτι. Αρκετές φορές παίξαμε άσχημα. Απλά πήραμε περισσότερους βαθμούς από τις άλλες ομάδες που έπαιξαν χειρότερα από εμάς. Δεν μπορώ, λοιπόν να δεχθώ τα συγχαρητήριά σας αφού δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για κάτι τέτοιο». Ο Σαμπαλντίρ τον ρώτησε πως ένιωθε που είχε καταφέρει κάτι, που για τους κατοίκους του Κιέβου ήταν ενα απραγματοποίητο όνειρο. «Ενα όνειρο που πραγματοποιείται παύει να είναι όνειρο» απάντησε ο Λομπανόφσκι. «Ποιό είναι το όνειρό σας ως επιστήμονα; Το πτυχίο σας; Το μεταπτυχιακό σας; Το διδακτορικό σας;»

«Μπορεί» απάντησε ο Σαμπαλντίρ. «Αλλά το πιο μεγάλο όνειρο ενός επιστήμονα, είναι να συνεισφέρει κάτι στην επιστήμη του, να αφήσει το σημάδι του με κάποιο τρόπο».

«Έχετε λοιπόν την απάντηση στο ερώτημα που μου κάνατε στην αρχή».

Ο Λομπανόφσκι σαν ποδοσφαιριστής ήταν ερασιτέχνης και αντίθετος με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο Μασλόφ –προπονητής του αλλά και δάσκαλός του- αλλά η τελειομανία του, η φιλοδοξία του και η αναλυτική του ευφυΐα είχαν κάνει την εμφάνισή τους από νωρίς στη ζωή του. Και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν αποτελούν έκπληξη. Ήταν, άλλωστε, αρκετά προικισμένος ώστε να κερδίσει ένα χρυσό μετάλλιο στα μαθηματικά μόλις τελείωσε το γυμνάσιο, σε μία εποχή που ήταν παθιασμένη με την επιστημονική πρόοδο. Άλλωστε, λένε, πως ο Μασλόφ έκανε ότι έκανε με το ένστικτο ενώ ο Λομπανόφσκι πατώντας πάνω στην επιστήμη.

Ο «επιστήμονας προπονητής»

Γεννημένος το 1939, ο Λομπανόφσκι ήταν έφηβος όταν η ΕΣΣΔ άνοιξε το πρώτο της πυρηνικό εργοστάσιο και έστειλε τον Σπουτνικ στο διάστημα ενώ το Κίεβο ήταν το κέντρο της σοβιετικής βιομηχανίας υπολογιστών. Εκεί λειτούργησε για πρώτη φορά και το πρώτο ινστιτούτο κυβερνητικής της ΕΣΣΔ και σύντομα αναγνωρίστηκε ως το πιό πρωτοποριακό σε ολόκληρο τον κόσμο, στους τομείς τως αυτοματοποιημένων συστημάτων ελέγχου, την τεχνητή νοημοσύνη και την δημιουργία μαθηματικών μοντέλλων πρόβλεψης. Εκεί ήταν που δημιουργήθηκε το 1963 ένα πρώιμο πρωτότυπο του προσωπικού υπολογιστή του σήμερα.

Εκείνη την εποχή ο Λομπανόφσκι σπούδαζε στο ινστιτούτο Επιστημών του Κιέβου θερμοδυναμική και τις δυνατότητες χρήσης των υπολογιστών καθώς και τις επιπτώσεις τους σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Ήταν κάτι νέο, συναρπαστικό και επαναστατικό και δεν αποτελούσε έκπληξη το γεγονός ότι ο Λομπανόφσκι θα ακολουθούσε αυτό το ρεύμα τεχνολογικής αισιοδοξίας. Μέσα του γινόταν η μεγάλη και παραδοσιακή πάλη. Η πάλη ανάμεσα στην ατομικότητα και το σύστημα. Ο ποδοσφαιριστής μέσα του ήθελε να κάνει ντρίμπλες, να βρει καινούργια κόλπα, να κοροϊδέψει τους αντιπάλους του αλλά όπως παραδέχθηκε αργότερα, η εκπαίδευσή του στο ινστιτούτο επιστημών του Κιέβου τον βοήθησε να υιοθετήσει μία διαφορετική προσέγγιση στο σύστημα και να αποσυναρμολογήσει το παιχνίδι στα μέρη που το αποτελούν.

Το ποδόσφαιρο, όπως είχε πει αργότερα, άρχισε να το βλέπει σαν ένα σύστημα που το αποτελούσαν δύο υποσυστήματα με έντεκα στοιχεία το καθένα, τα οποία κινούνταν μέσα σε ένα προκαθορισμένο χώρο (το γήπεδο) και υπόκεινταν σε μία σειρά περιορισμών (τους κανόνες του παιχνιδιού). Αν τα δύο υποσυστήματα ήταν ίσα το αποτέλεσμα θα ήταν ισοπαλία. Αν το ένα ήταν ισχυρότερο, θα νικούσε.  Εκείνο το στοιχείο που ο Λομπανόφσκι βρήκε γοητευτικό ήταν πως τα δύο υποσυστήματα υπάκουαν σε μία ιδιομορφία. Η αποτελεσματικότητα των υποσυστημάτων είναι μεγαλύτερη από το ποσό της αποδοτικότητας των στοιχείων που τα αποτελούν. Αυτό, όπως το είδε ο Λομπανόφσκι, σήμαινε πως το ποδόσφαιρο ήταν ώριμο να υιοθετήσει τις τεχνικές της κυβερνητικής μηχανικής που διδάσκονταν στο ινστιτούτο επιστημών του Κιέβου. Στην άποψη που διαμόρφωσε, το ποδόσφαιρο είχε να κάνει λιγότερο με τα άτομα και περισσότερο με συνασπισμούς και τις συνδέσεις μεταξύ τους. «Όλη η ζωή» είπε κάποτε «είναι ένας αριθμός».

μια φωτογραφία που είχε επιλέξει ο ίδιος την 1/8/2018 για να σχολιάσει…

38124935-10216565759361440-2672233350541869056-n

«από αντίδραση στην σκοτεινιά του φωτογραφικού βομβαρδισμού των τελευταίων ημερών»

(Visited 533 times, 1 visits today)
Subscribe
Ειδοποίηση για
4 Σχόλια
Inline Feedbacks
Όλα τα σχόλια
Διονύσης Μάργαρης
Admin
4 μήνες πριν

Καλησπέρα Γιώργο.

Ενδιαφέρον κείμενο…

Αρης Αλεβίζος
Editor
4 μήνες πριν

Καλησπέρα.

Όντας  γνωστός πανάσχετος με τα ποδοσφαιρικά, άρα αγνοώντας  και στην προκειμένη περίπτωση όλα τα ονόματα εκτός από τον Άγιαξ και την Δυναμό Κιέβου  λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, κατά την γνώμη μου,  της ανάρτησης,  να συνεισφέρω  με μια  σύγχρονη γενική θέση, γύρω από τα συστήματα και τους οργγανισμούς.

 «Θεωρώντας τους σύγχρονους οργανισμούς και επιχειρήσεις ως πολύπλοκα σύστημα, η επιστήμη της πολυπλοκότητας προσφέρει μια εναλλακτική θεώρηση η οποία δεν βασίζεται τόσο στην ανάλυση και την αναγωγή όσο στην ανάγκη για κριτική σκέψη, πλουραλισμό και ολιστική θεώρηση. Η ασυμπιεστότητα των πολύπλοκων συστημάτων δημιουργεί κινδύνους υπεραπλούστευσης και στρέβλωσης σε κάθε προσπάθεια μονοσήμαντης μοντελοποίησης. Τα ασαφή σύνορα των συστημάτων και η αδυναμία πλήρους γνώσης όπως επίσης και μεταφοράς γνώσης αφαιρούν από το συστημικό αναλυτή τη δυνατότητα αντιμετώπισης των συστημάτων ως κλειστά μαθηματικοποιήμένα προβλήματα, με τον συστημικό αναλυτή να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει και τα σχετικά πιο εύκολα κλειστά προβλήματα.»

 

Θοδωρής Παπασγουρίδης

Η πιο χαρακτηριστική ραδιοφωνική φωνή, έσβησε πολύ νωρίς, σε ηλικία 58 ετών

Γεννημένος στον Πειραιά το 1962

Οι ραδιοφωνικές εκπομπές του πρέπει να γίνουν μάθημα σε κάθε δημοσιογραφική σχολή

Ανακάτεμα φαινομενικά διαφορετικών θεμάτων που όμως πάντα κάτι νέο είχαν να σου πουν

και να σε κάνουν να νιώθεις πως πραγματικά αυτό που ακούς είναι πολιτισμός

Αντισυμβατικός όπως και οι σπουδές του….Θεολογία και Δημοσιογραφία….