Εμμανουήλ Ροΐδης: Μονόλογος ευαισθήτου

ο παρακάτω σατιρικό χρονογράφημα του Εμμανουήλ Ροΐδη (1836-1904), ενός από τους σημαντικότερους πεζογράφους και κριτικούς στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εμπρός το 1896. Ο συγγραφέας του, γνωστός για την καυστικότητα της κοινωνικής κριτικής του, μας δίνει έμμεσα πολλές ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τα ήθη των Αθηναίων αστών της εποχής. Αξιοσημείωτο είναι το ύφος του, ειρωνικό, ευρηματικό και σπινθηροβόλο, χαρακτηριστικό όλης της λογοτεχνικής παραγωγής του.

Μεγάλη δυστυχία είναι να έχει κανείς πολύ καλήν καρδίαν. Το ηξεύρω εκ πείρας, διότι μ’ έκαμεν ο Θεός πάρα πολύ ευαίσθητον. Δεν ημπορώ να ιδώ άνθρωπον να πάσχει και να κλαίει χωρίς να γίνουν τα νεύρα μου άνω κάτω, ούτε να εννοήσω πώς κατορθώνουν άλλοι να παρευρίσκωνται εις λυπηρά θεάματα. Αν τύχει ν’ αποθάνει γνώριμός των, τρέχουν εις την κηδείαν, ακόμη και αν χιονίζει. Αλλ’ εγώ δεν ημπορώ να ίδω αποθαμένον άνθρωπον όπου εγνώρισα ζωντανόν, χωρίς να με ταράξει η σκέψις ότι κι εγώ θα αποθάνω. Έπειτα, αν οι συγγενείς του εφαίνοντο φρόνιμοι και παρηγορημένοι, τούτο θα μ’ επείραζε, διότι δεν αγαπώ τους εγωιστάς˙ αν πάλιν έκλαιαν και εθρήνουν, το θέαμα θα μου έκοπτε την όρεξιν ή θα εχαλούσε την χώνεψίν μου.

Το στομάχι μου είναι κι εκείνο ευαίσθητο και δύο πράγματα δεν ημπορεί να χωνέψει, τον αστακόν και τας συγκινήσεις. Τας συγκινήσεις εύκολον είναι να τας αποφύγω˙ να μη τρώγω όμως αστακόν θα ήτο θυσία τόσον μεγάλη, ώστε μου συμβαίνει πολλές φορές να ξεχάσω πως είναι βαρυστόμαχος και να θυμηθώ ότι πρέπει κανείς να συγχωρεί εις όσους αγαπά τα ελαττώματά των. […]

Άλλο πράγμα όπου δεν ημπορώ να καταλάβω είναι να υπάρχουν άνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ώστε να δέχονται να παρασταθούν φίλοι των εις μονομαχίαν. Αλλ’ εγώ είμαι ευαίσθητος, και μόνη η ιδέα ότι ημπορεί ο φίλος μου ή και ο αντίπαλός του να πάθει, με κάμνει ν’ ανατριχιάζω˙ προ πάντων όταν συλλογίζομαι ότι την ημέραν της μονομαχίας πρέπει να σηκωθώ εις τας επτά, ας είναι καιρός άσχημος, να χασομερέψω εις τρεχάματα, συνεντεύξεις και συντάξεις πρωτοκόλλων, και ίσως να πληρώσω και αμαξιάτικα με κίνδυνον να τα χάσω, αν τύχει, Θεός φυλάξοι, ο φίλος μου να σκοτωθεί.

Μεγάλη πρέπει να είναι η αναισθησία και εκείνων όπου δανείζουν εις τους φίλους των χρήματα, χωρίς να συλλογισθούν ότι ενδέχεται να μη δυνηθεί να τα αποδώσει εις την προθεσμίαν, να τους εντρέπεται και να τους αποφεύγει. Τούτο ημπορεί να φανεί μικρόν κακόν εις όσους δεν έχουν καρδίαν, αλλ’ η ιδική μου θα ερραγίζετο, αν παλαιός μου φίλος, μ’ απαντούσεν εις τον δρόμον και εκαμώνετο πως δεν με είδεν. Αυτός είναι ο λόγος που μ’ έκαμε να πάρω την απόφασιν να μη δανείσω ποτέ εις φίλον μου εκατόν δραχμάς, έστω και αν πρόκειται να σωθεί με αυτάς η τιμή και η ζωή του. Παρά να τον ίδω αχάριστον, καλύτερα να τον κλάψω αποθαμένον, αφού μάλιστα θα μ’ εμπόδιζεν η ευαισθησία μου να υπάγω εις την κηδεία του. […]

Προ μερικών μηνών μού έστειλεν ο αγιοχώματος μητροπολίτης Γερμανός μίαν επιτροπήν να μου ζητήσει να συνεισφέρω, ως μεγάλος κτηματίας, διά να συστηθεί εις κάθε τμήμα των Αθηνών ένα «λαϊκόν μαγειρείον», όπου θα εύρισκαν οι πτωχοί άνθρωποι με μόνον δεκαπέντε λεπτά ένα φλιτζάνι ζουμί κι ένα κομμάτι κρέας. Αν ήμουν άκαρδος καθώς οι άλλοι, θα έδιδα κι εγώ τας είκοσι δραχμάς μου χωρίς δυσκολίαν. Η ευαισθησία μου όμως δεν μου συγχωρεί ούτε καν να συλλογισθώ ότι τρέφονται εις το πλάγι μου δυστυχείς άνθρωποι με νερόζουμο και κοιλιές, ενώ τρώγω εγώ μπαρμπούνια και φιλέτο.

Τρανή απόδειξις της υπερβολικής μου ευαισθησίας είναι και ο τρόπος όπου υπανδρεύθην. Όταν επλησίασαν να με πλακώσουν τα γεράματα, να με κουράζουν αι διασκεδάσεις και να μ’ ενοχλούν οι ρευματισμοί, αισθάνθηκα την ανάγκην να έχω ένα σπιτικόν και μίαν γυναίκα δική μου να με περιποιείται. Καθώς πας άλλος, αγαπώ κι εγώ τις εύμορφες, και πλούσιος καθώς είμαι, εύκολον ήτο να εύρω ένα νόστιμο κορίτζι, αν δεν εζητούσα προίκα.

Άλλος εις την θέσιν μου θα το έκαμνεν, αλλ’ εγώ εσυλλογίσθηκα πόσον θα εβασάνιζε την ευαισθησίαν μου, αν υπανδρευόμην εύμορφην πτωχοκόρην, η ιδέα ότι μ’ επήρεν όχι διά τα ευγενή μου αισθήματα, αλλά διά τα επτά μου σπίτια. Παρά αυτήν την ανυπόφορην υποψίαν επροτίμησα να θυσιασθώ και να πάρω πλουσίαν ασχημομούραν. Η ευγένεια της ψυχής μουείναι τόση, ώστε η μεγάλη της μύτη και τα ψεύτικά της δόντια δε μ’ εμπόδισαν, όχι μόνον να φέρωμαι καλά μαζί της, αλλά και να την αγαπώ, περισσότερον ίσως παρ’ ότι πρέπει.

 

Ως απόδειξιν της αγάπης μου αρκεί ν’ αναφέρω πως, όταν έτυχε πέρυσι ν’ αρρωστήσει, δεν κατώρθωσα ποτέ να την βλέπω να υποφέρει. Ο βήχας της και το γλου-γλου της γαργάρας της μου έσχιζε την καρδιά και την ακοήν, και η μυρωδιά της αρρωστοκάμερας μου έφερνε ζάλη. Η ανικανότης μου να την βλέπω να υποφέρει με ανάγκαζε να μένω έξω από το σπίτι από το πρωί έως το βράδυ και καμιά φορά από το βράδυ έως το πρωί.

Αυτή η αρρώστια της γυναίκας μου μ’ έκαμε να εξοδέψω πολλά χρήματα εις αμάξια, θέατρα, γεύματα εις την Μεγάλην Βρεττανίαν1 και εκδρομάς με φίλους μου εις την Κηφισιάν και την Πεντέλην. Το μεγαλύτερο όμως έξοδο ήτο ότι τας ημέρας που η γυναίκα μου δεν εφαίνετο διόλου καλά, η ανησυχία και η λύπη μου ήτον τόσον μεγάλη, ώστε ηναγκάσθηκα να πάρω διά παρηγορήτραν μίαν Γαλλίδα του Φαλήρου2. Περιττόν είναι να προσθέσω ότι η ευγένεια της ψυχής και των τρόπων μου μ’ εμπόδισαν να είπω τίποτε δι’ αυτά τα έξοδα εις την γυναίκα μου, όταν έγινε καλά.

Εναντίον της δεν έχω κανένα σπουδαίο παράπονο. Προσπαθεί εις όλα να μ’ ευχαριστήσει και ποτέ δεν ερωτά ούτε πού ήμουν ούτε τι κάμνω. Είναι φρόνιμη, ήσυχη νοικοκυρά και με κάμνει να καλοπερνώ χωρίς να εξοδεύει πολλά. Το σπίτι λάμπει, ποτέ δεν έλειψε κουμπί από τα πουκάμισά μου και είμαι πάντοτε βέβαιος να εύρω εις το τραπέζι το φαγί που μ’ αρέσει. Εκατάφερε μάλιστα να μαγειρεύει και τον αστακόν με μία αμερικάνικη σάλτσα που ημπορεί τώρα να τον τρώγω χωρίς να μου πειράζει το στομάχι. Αυτά είναι βέβαια μεγάλα προτερήματα. Ένα μόνον πράγμα της λείπει, η ευαισθησία. Αυτό το εκατάλαβα, όταν ήλθεν η σειρά μου ν’ αρρωστήσω!

Ενώ εγώ εις την δική της αρρώστιαν δεν ημπορούσα να την βλέπω να υποφέρει και αναγκαζόμουν να φεύγω και να ζητώ παρηγορίαν εις το ξεφάντωμα, αυτή ούτε στιγμή δεν έλειψεν από κοντά μου˙ αγρύπνησε δέκα νύχτες κατά σειράν εις το προσκέφαλό μου. Ήθελεν η ίδια να μου δίνει τα γιατρικά, να μ’ αλλάζει και να με μεταγυρίζει, χωρίς να με συνερίζεται διά τον κακόν μου τρόπον, χωρίς να σιχαίνεται τα καταπλάσματα ούτε να ενοχλείται από την αρρωστομυρωδιάν του δωματίου. Αυτά μ’ έκαμαν να υποπτευθώ ότι η γυναίκα μου δεν έχει ούτε καλήν όσφρησιν ούτε μεγάλην ευαισθησίαν. Πώς τω όντι θα ημπορούσε, αν ήτο ευαίσθητη, να με βλέπει να υποφέρω, να βασανίζομαι, να με καίουν οι σιναπισμοί3 και να με δαγκάνουν αι αβδέλλαι;4

Κατάντησα να πιστεύω πως έχουν κάποιον δίκαιον όσοι θεωρούν την υπερβολικήν τρυφερότητα των γυναικών ως πρόληψιν και παραμύθι. Άδικον όμως θα ήτο και ν’ απαιτήσω από τους άλλους την ιδική μου έκτακτον και μοναδικήν ευαισθησίαν.

1 – Μεγάλην Βρεττανίαν: ιστορικό ξενοδοχείο πολυτελείας στο κέντρο της Αθήνας·
2 – Γαλλίδα του Φαλήρου: στο Φάληρο την εποχή εκείνη υπήρχαν πολλά καφενεία και κέντρα διασκέδασης
3 – συναπισμοί: έμπλαστρο ή κατάπλασμα με σιναπάλευρο που χρησιμοποιείται θεραπευτικά·
4 – αβδέλλαι: οι βδέλλες χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν για θεραπευτικούς σκοπούς (αφαιμάξεις κλπ.)

(Εμμανουήλ Ροΐδης, Αφηγηματικά κείμενα, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1995)

Πηγή: apotipomata.com

(Visited 194 times, 1 visits today)
Subscribe
Ειδοποίηση για
3 Σχόλια
Inline Feedbacks
Όλα τα σχόλια
Βαγγέλης Κουντούρης

ευχαριστούμε, Διονύση

αυτό δεν το είχα διαβάσει

(βασικά ο Ροϊδης, ο Τσιφόρος, ο Σουρής, ο Σακελλάριος, ο Ψαθάς και η Φιλόλογός μου, η αγαπημένη Λιάνα, στο Σχολείο, με επηρέασαν και με “τραβούσαν από το μανίκι” να ασχοληθώ με τη Φιλολογία και με τη συγγραφή, ιδιαίτερα, με τα ευθυμογραφήματα και τη θεατρική κωμωδία, που μου άρεσαν και που μου αρέσουν ακόμη, και όταν βρίσκω ευκαιρία, αφορμή και έμπνευση…,

αλλά εγώ έγινα, λέγεται, Φυσικός

κι έτσι έχασε η Φιλολογία, αλλά έχασε και η Φυσική

έτσι είναι αυτά,

οι χασούρες πάνε δυο-δυο,

σαν τους Χιώτες

αν και, λένε, ότι, τώρα τελευταία, “χαλάσανε” κι αυτοί

συχνά-πυκνά, λένε, πάνε τρεις-τρεις!

Θεέ και Κύριε, οι Χιώτες τρεις-τρεις;

τα διαλύσανε όλα, ρε φίλε, οι κυβερνώντες

θα μας ξεκάνουνε σας λέω…)

Βαγγέλης Κουντούρης

δεν ξέρω αν προλαβαίνω

να σας βάλλω όλους να γράφετε "πλάγια"…