Τα χρώματα και η γλώσσα που μιλάμε

Όταν ανοίγουμε τα μάτια μας, ένας κόσμος με άπειρα χρώματα εμφανίζεται αμέσως μπροστά μας και έτσι αυτά μας επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε τα αντικείμενα, τα υλικά και τις ουσίες στο περιβάλλον μας. Επιπλέον, τα χρώματα διευκολύνουν την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους, καθώς χάρη σε αυτά μπορούμε να ξεχωρίσουμε, για παράδειγμα, μια ώριμη μπανάνα από μια άλλη που είναι ακόμα άγουρη.

Αν και ο αριθμός των χρωματικών αποχρώσεων που μπορούμε να αντιληφθούμε είναι τεράστιος, σύμφωνα με σχετική δημοσίευση του «Conversation», χρησιμοποιούμε περιορισμένο αριθμό λέξεων για να αναφερθούμε σε αυτές. Μάλιστα, το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως «κατηγοριοποίηση των χρωμάτων», δηλαδή οι αποχρώσεις ομαδοποιούνται στην ίδια λέξη που σχετίζεται με ένα χρώμα: κόκκινο, μπλε, πράσινο, ροζ κλπ.. Ως εκ τούτου, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τα χρώματα, φαίνεται ότι μπορεί να επηρεαστεί από πολιτισμικές επιρροές και τις μαθησιακές μας εμπειρίες.

Το χιόνι στη γλώσσα των Εσκιμώων

Ίσως έχετε διαβάσει ότι οι Εσκιμώοι είναι σε θέση να διακρίνουν μεταξύ πολλών διαφορετικών τύπων χιονιού επειδή έχουν δεκάδες όρους στη γλώσσα τους, δηλαδή στα Ινουίτ, για να αναφέρονται σε αυτό. Εντούτοις, πρόκειται για έναν ψευδοεπιστημονικό μύθο που διαδόθηκε στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα από τον Αμερικανό γλωσσολόγο, Μπέντζαμιν Λι Γουόρφ.

Συγκεκριμένα, ο Μπέντζαμιν Λι Γουόρφ ήταν ένθερμος υποστηρικτής της άποψης ότι η γλώσσα που μαθαίνουμε, επηρεάζει δραματικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, θυμόμαστε και σκεφτόμαστε για τον κόσμο. Η εν λόγω θεωρία ονομάζεται «γλωσσικός ντετερμινισμός» και προήλθε, μετά θάνατον, από τα γραπτά του Μπέντζαμιν Λι Γουόρφ, ο οποίος απέδωσε την ιδέα στον Αμερικανοεβραίο ανθρωπολόγο και καθηγητή του, Έντουαρντ Σαπίρ. Πάντως, στην πραγματικότητα, η γλώσσα των Ινουίτ έχει μόνο τέσσερις βασικές λέξεις για το χιόνι, από τον συνδυασμό των οποίων προκύπτουν μερικές ακόμα.

Η κατηγοριοποίηση των χρωμάτων

Ο τρόπος με τον οποίο ταξινομούμε τα χρώματα σε κατηγορίες, έχει αποτελέσει ένα ενεργό πεδίο ερευνών στον τομέα του γλωσσικού ντετερμινισμού. Η σχετική μελέτη του Αμερικανού ανθρωπολόγου, Μπρέντ Μπερλίν, και του -επίσης- Αμερικανού γλωσσολόγου, Πολ Κέι, που δημοσιοποιήθηκε το 1969, συνέβαλε σημαντικά.

Αναλυτικά, οι δύο επιστήμονες διερεύνησαν το λεξιλόγιο για τα χρώματα σε 100 γλώσσες από όλο τον κόσμο και διαπίστωσαν ότι οι λέξεις δεν κατανέμονται αυθαίρετα, αλλά ακολουθούν μια προβλεπόμενη ιεραρχία. Με άλλα λόγια, αν μια γλώσσα έχει μόνο δύο λέξεις για τα χρώματα, τότε είναι το λευκό και το μαύρο. Αν έχει τρεις λέξεις για τα χρώματα, τότε είναι το κόκκινο, το λευκό, το μαύρο. Αν έχει πέντε λέξεις για τα χρώματα, τότε το κίτρινο και το πράσινο προστίθενται στο κόκκινο, στο λευκό και στο μαύρο και ούτω καθεξής.

Σε αντίθεση με την υπόθεση της γλωσσικής σχετικότητας, συναντάται ένα καθολικό μοτίβο που περιστρέφεται γύρω από τα έξι βασικά χρώματα που προτείνονται από τις θεωρίες της χρωματικής αντίληψης: κίτρινο, κόκκινο, λευκό, μαύρο, μπλε και πράσινο.

Το παράδειγμα με το γαλάζιο και το μπλε χρώμα στα Ελληνικά

Επισημαίνεται ότι στα Ισπανικά, όπως και στα Αγγλικά, υπάρχει μόνο ένας βασικός όρος για να αναφερθεί κάποιος στα γαλάζια χρώματα («azul» και «blue» αντίστοιχα). Ωστόσο, σε γλώσσες όπως τα Ρωσικά, τα Ελληνικά και τα Τουρκικά, υπάρχουν διαφορετικοί όροι για τις γαλάζιες και τις πιο σκούρες αποχρώσεις. Για παράδειγμα, στα Ελληνικά, οι αντίστοιχοι όροι είναι «γαλάζιο» και «μπλε».

Μάλιστα, αρκετές σχετικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι ομιλητές αυτών των γλωσσών διακρίνουν πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη βεβαιότητα μεταξύ του ανοιχτού και του σκούρου μπλε. Επιπλέον, υπερτονίζουν τις αντιληπτικές διαφορές μεταξύ των ενδιάμεσων αποχρώσεων σε σύγκριση με τους ομιλητές της αγγλικής ή της ισπανικής γλώσσας.

Άλλα παρόμοια αποτελέσματα με διάφορες κατηγορίες χρωμάτων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος με τον οποίο κάθε γλώσσα ονομάζει τα χρώματα, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τα αντιλαμβάνονται και τα θυμούνται οι ομιλητές τους.

Η ενδιαφέρουσα έρευνα σε ελληνόφωνους

Βέβαια, πρόσφατες σχετικές έρευνες δείχνουν ότι η μητρική γλώσσα έχει πράγματι κάποια επίδραση στην επεξεργασία των χρωμάτων. Ωστόσο, αυτός ο σχετικισμός απέχει πολύ από τον κατηγορηματικό γλωσσικό ντετερμινισμό του Μπέντζαμιν Λι Γουόρφ.

Στην πραγματικότητα, με ταχεία εκπαίδευση, ο καθένας μπορεί να διευρύνει το λεξιλόγιό του και να μάθει εύκολα να διακρίνει μεταξύ διαφορετικών αποχρώσεων του μπλε ή οποιουδήποτε άλλου χρώματος, όπως έχουν δείξει αρκετές σχετικές μελέτες. Ομοίως, ακόμα και άνθρωποι που δεν είναι εξοικειωμένοι με τους υποτύπους χιονιού, μπορούν να μάθουν να κάνουν διάκριση μεταξύ τους και να τους ονομάζουν, όπως κάνουν οι Εσκιμώοι ή οι σκιέρ.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε μια σχετική μελέτη σε ελληνόφωνους που είχαν ζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο, διαπιστώθηκε ότι ήταν πιο πιθανό να εξισώσουν το «γαλάζιο» και το «μπλε» λόγω της επιρροής της αγγλικής γλώσσας, η οποία τα ομαδοποιεί σε μια ενιαία γλωσσική κατηγορία («blue»).

Καταληκτικά, η ευελιξία του αντιληπτικού μας συστήματος μάς επιτρέπει να προσαρμοζόμαστε στο περιβάλλον μας, ώστε να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τόσο το φως όσο και τα διαφορετικά χρώματα.

πηγή: ieidiseis.gr

(Visited 339 times, 1 visits today)
Subscribe
Ειδοποίηση για
3 Σχόλια
Inline Feedbacks
Όλα τα σχόλια
Παναγιώτης Καραγιάννης

Εξαιρετικό !

Στέλλα Χριστοπούλου

Πολύ ενδιαφέρον!
Σχετικό είναι το βιβλίο του ΜΙΣΕΛ ΠΑΣΤΟΥΡΩ
Μπλέ Η Ιστορία Ενός Χρώματος, εκδόσεις Μελάνι

Διονύσης Μάργαρης
Διαχειριστής
1 μήνας πριν

Καλησπέρα Στέλλα.
Σε ευχαριστώ για τον εμπλουτισμό του θέματος!