web analytics

Χρόνος, Αιωνιότητα, Όρια Επιστημονικής Περιγραφής

Χρόνος, Αιωνιότητα και τα Όρια της Επιστημονικής Περιγραφής.

Ένας φιλοσοφικός στοχασμός με αφετηρία τη σύγχρονη φυσική

Abstract

Το κείμενο εξετάζει φιλοσοφικά τα όρια της επιστημονικής περιγραφής γύρω από τον χρόνο και την αιωνιότητα, με αφετηρία σύγχρονες ιδέες από τη φυσική και την κοσμολογία. Μέσα από τη μη απόλυτη φύση του χρόνου, τον ρόλο του παρατηρητή και τη «μερικότητα» της κοσμικής μας γνώσης, αναδεικνύεται η ανάγκη επιστημονικής επιφύλαξης απέναντι στις «απόλυτες βεβαιότητες» που αποτελούν το ιερό δισκοπότηρο σημαντικού τμήματος της κοινωνίας μας. Οι αναφορές σε θρησκευτικές παραδόσεις εντάσσονται ως ανθρωπολογικά δεδομένα, υπογραμμίζοντας τον κοινό ανθρώπινο προβληματισμό πέρα από δογματισμούς.

 Σημείωση συγγραφέα

Στο παρόν δεν προτείνονται επιστημονικές απαντήσεις ούτε επιχειρούνται να θεμελιωθούν μεταφυσικά συμπεράσματα. Πρόκειται για φιλοσοφικό στοχασμό εκλαΐκευσης, με αφετηρία σύγχρονες ιδέες από τη φυσική και την κοσμολογία, και στόχο τη διερεύνηση των ορίων της επιστημονικής περιγραφής. Οι αναφορές σε θρησκευτικές παραδόσεις χρησιμοποιούνται ως ανθρωπολογικά και ιστορικά δεδομένα, όχι ως πηγές επιστημονικής γνώσης ή αυθεντίας, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προβληματισμού γύρω από το ζήτημα του χρόνου και της αιωνιότητας.

 

Ο χρόνος, έτσι όπως τον βιώνουμε, μοιάζει το πιο αυτονόητο στοιχείο της ύπαρξής μας. Όλα φαίνεται να υπακούν σε αυτόν: η γέννηση και ο θάνατος, η φθορά, η μνήμη, η προσμονή.

Για όλους μας, το παρελθόν απομακρύνεται, το παρόν διαρκεί ελάχιστα, το μέλλον έρχεται. Κι όμως, όσο περισσότερο στοχάζεται κανείς αυτή τη φαινομενικά αυτονόητη δομή, τόσο πιο έντονα αναδύεται ένα ερώτημα που δεν είναι καθόλου απλό: αποτελεί ο χρόνος θεμελιώδες χαρακτηριστικό της πραγματικότητας ή είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο ανθρώπινος νους οργανώνει την εμπειρία του κόσμου;

Κατά ένα περίεργο τρόπο, η σύγχρονη επιστήμη, αντί να ενισχύσει αυτή τη βεβαιότητα, έχει συμβάλει καθοριστικά στην αποδόμησή της. Η φυσική του τελευταίου αιώνα έδειξε ότι ο χρόνος δεν είναι ούτε ενιαίος ούτε απόλυτος, αφού δεν κυλά με τον ίδιο ρυθμό για όλους, ούτε λειτουργεί ως «ουδέτερο υπόβαθρο» μέσα στο οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Επηρεάζεται από την κίνηση και τη βαρύτητα, επιβραδύνεται, διαστέλλεται και σε ακραίες βαρυντικές συνθήκες, όπως αυτές που προσεγγίζονται κοντά σε ορίζοντες γεγονότων, χάνει σχεδόν κάθε νόημα ως γραμμική ροή.

Αυτό δεν πρέπει να το αποδικοποιούμε απλά σαν μια τεχνική λεπτομέρεια. Αντιθέτως, υπονομεύει την ιδέα ότι η καθημερινή μας εμπειρία του χρόνου (μια αδιάκοπη πορεία από το «πριν» στο «μετά») αποτελεί καθολική ιδιότητα της πραγματικότητας, όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε.

Το πιθανότερο είναι να πρόκειται για μια ανθρώπινη προοπτική, ουσιαστικά για έναν τρόπο πρόσληψης και όχι για μια οντολογική αναγκαιότητα.

Στον τεχνολογικά επιστημονικό κόσμο, η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο αμφίβολη όταν στρέψει το βλέμμα του στον μικρόκοσμο. Εκεί, τα φυσικά συστήματα δεν εμφανίζονται να διαθέτουν σαφώς καθορισμένες ιδιότητες πριν από την παρατήρηση, μια ένδειξη της θεμελιώδους μη κλασικής φύσης των κβαντικών συστημάτων. Αντίθετα, αυτά περιγράφονται ως σύνολα δυνατοτήτων που οριστικοποιούνται μόνο μέσω της πράξης της μέτρησης.

Ο παρατηρητής συνηδειτοποιεί πως δεν βρίσκεται πλέον απλώς απέναντι από τον κόσμο που παρατηρεί, αλλά «εμπλέκεται» σε αυτόν με έναν τρόπο που μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε τη θέση του ανθρώπου μέσα στην ίδια την πραγματικότητά του !

Η διαπίστωση αυτή έχει αναπόφευκτα φιλοσοφικές συνέπειες. Θέτει υπό αμφίβολη θεώρηση την εικόνα ενός πλήρως αντικειμενικού κόσμου, απολύτως ανεξάρτητου από κάθε μορφή (επιστημονικής) συνείδησης. Δεν συνεπάγεται ότι η συνείδηση δημιουργεί την πραγματικότητα, αλλά η ίδια γεννά το ερώτημα αν αποτελεί ένα βαθύτερα ενσωματωμένο στοιχείο της.

Το σκεπτικό αυτό, θα μας οδηγούσε σε αχαρτογράφητους ατραπούς, αν το σύμπαν δεν είναι απλώς κάτι που παρατηρούμε μέσα από το ημιδιαφανές κρύσταλλο της επιστημοσύνης, αλλά κάτι στο οποίο συμμετέχουμε, με τρόπους που δεν κατανοούμε πλήρως.

Παράλληλα, η σύγχρονη φυσική έχει αναθεωρήσει ριζικά την έννοια της απώλειας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η φθορά και ο θάνατος θεωρούνταν συνώνυμα της οριστικής εξαφάνισης. Ωστόσο, η μελέτη ακραίων κοσμικών φαινομένων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το «παράδοξο της πληροφορίας των μαύρων τρυπών», αποτέλεσε τον «χρυσό οδηγό» στην διαμόρφωση της σύγχρονης επικρατούσας άποψης ότι η πληροφορία δεν χάνεται θεμελιωδώς. Αντίθετα, φαίνεται να διασώζεται με τρόπο εξαιρετικά μη προφανή, πιθανόν κωδικοποιημένη σε δομές που σχετίζονται με τον ορίζοντα γεγονότων, σύμφωνα με ιδέες όπως η ολογραφική αρχή (η οποία υποστηρίζει ότι η πληροφορία ενός όγκου χώρου μπορεί  να περιγράφεται πλήρως από δεδομένα καταγεγραμένα αποκλειστικά στο οριακό του περίβλημα).

Μπορεί, επομένως, να μετασχηματίζεται ή να κωδικοποιείται με τρόπους που ακόμη μας διαφεύγουν, αλλά δεν φαίνεται να εξαφανίζεται από την πραγματικότητα.

Αυτό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται πως η επιστήμη μιλά για αθανασία ή επιβίωση της συνείδησης.

Κλονίζει όμως τη βεβαιότητα ότι το τέλος της βιολογικής ύπαρξης ισοδυναμεί κατ’ ανάγκην με πλήρη μηδενισμό. Αν η ανθρώπινη ύπαρξή μας ή έστω κάποια πτυχή της, έχει πληροφοριακή διάσταση, τότε το ερώτημα της απόλυτης εξαφάνισης παύει να είναι αυτονόητο και μετατρέπεται σε αντικείμενο γνήσιου στοχασμού.

Σε αυτό το σημείο, η θρησκεία εμφανίζεται σχεδόν αναπόφευκτα στον ορίζοντα του προβληματισμού, όχι ως επιστημονική απάντηση, αλλά ως ιστορική και υπαρξιακή απόπειρα του ανθρώπου να προσεγγίσει ερωτήματα που εξακολουθούν να υπερβαίνουν την τρέχουσα επιστημονική κατανόηση

Ως συγγραφέας με επιστημονική παιδεία, δεν προσεγγίζω αυτές τις θρησκευτικές θέσεις ως φορείς αποδείξεων, αλλά ούτε και ως αντικείμενα εύκολης απόρριψης. Με προβληματίζουν ακριβώς επειδή επιχειρούν να αρθρώσουν νόημα εκεί όπου η επιστήμη, μέχρι στιγμής, αναγνωρίζει τα όριά της.

Οι μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις δεν μιλούν όλες με τον ίδιο τρόπο για την αιωνιότητα.

Στο Ισλάμ, η ανάσταση αφορά μια μεταμορφωμένη ύπαρξη, διατηρούμενη μέσω θεϊκής πράξης και όχι φυσικής συνέχειας της ύλης.

Στον Ιουδαϊσμό, το ζήτημα της μετά θάνατον κατάστασης παραμένει (σκόπιμα) λιγότερο προσδιορισμένο, με έμφαση στη δικαιοσύνη και την ευθύνη εντός της ιστορίας.

Στον Ινδουισμό, η ύπαρξη νοείται κυκλικά, ως διαδοχή μορφών μέσα σε μια ευρύτερη κοσμική πραγματικότητα.

Στον Βουδισμό, τέλος, η υπέρβαση του χρόνου συνδέεται όχι με τη διατήρηση ενός μόνιμου εαυτού, αλλά με την απελευθέρωση από την προσκόλληση στην ίδια την ιδέα της διάρκειας.

Οι προσεγγίσεις αυτές διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους. Ωστόσο, όλες, χωρίς εξαίρεση, αμφισβητούν την ιδέα ότι η ανθρώπινη ύπαρξη εξαντλείται πλήρως στη βιολογική φθορά και στον, όπως τον βιώνουμε όλοι μας, γραμμικό χρόνο. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει την αιωνιότητα, αλλά, φιλοσοφικά, καθιστά την απόλυτη άρνησή της λιγότερο αυτάρκη.

Είναι, άλλωστε, κρίσιμο να έχουμε επίγνωση του πραγματικού εύρους της επιστημονικής μας γνώσης.

Στο σύμπαν, κατανοούμε θεμελιωδώς  (σε επίπεδο μικροφυσικής) μόνο περίπου το 5% του συνολικού ενεργειακού περιεχομένου. Το υπόλοιπο το περιγράφουμε με εντυπωσιακή ακρίβεια βαρυντικά και κοσμολογικά, γνωρίζοντας πώς συμπεριφέρεται, αλλά όχι τι είναι στη βαθύτερη φύση του. Με άλλα λόγια, γνωρίζουμε πώς συμπεριφέρεται το 100% του σύμπαντος, αλλά κατανοούμε θεμελιωδώς μόνο ένα μικρό μέρος του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απόλυτη βεβαιότητα δεν αποτελεί επιστημονική αρετή.

 

Αντί για επίλογο:μια μεθοδολογική υπενθύμιση.

Ο σκοπός του παραπάνω κειμένου δεν είναι να υποκαταστήσει την επιστημονική έρευνα ούτε να μεταφέρει φιλοσοφικά ή θρησκευτικά ερωτήματα στο πεδίο της απόδειξης. Αντιθέτως, πηγάζει από τη συνειδητή αναγνώριση των ορίων της επιστημονικής μεθόδου, ορίων που σε καμμία περίπτωση, δεν πρέπει να αποτελεί αδυναμία της επιστήμης, αλλά ένδειξη της ισχύος και της εντιμότητάς της.

Ως άνθρωπος με επιστημονική εκπαίδευση, θεωρώ αυτονόητο ότι η επιστήμη οφείλει να μιλά με ακρίβεια εκεί όπου διαθέτει εργαλεία και με επιφύλαξη εκεί όπου αυτά παύουν να επαρκούν.

Σε έναν κόσμο όπου η γνώση προοδεύει εντυπωσιακά αλλά παραμένει αναγκαστικά μερική, ο σεβασμός προς διαφορετικές απόπειρες νοηματοδότησης της ύπαρξης, δεν αποτελεί υποχώρηση της επιστημοσύνης, αλλά έκφραση διανοητικής ωριμότητας.

Αν κάτι επιχειρεί αυτό το κείμενο, είναι να υπενθυμίσει ότι η επιστημονική στάση δεν ταυτίζεται με τον δογματισμό, ούτε θεολογικό ούτε υλιστικό.

Αντίθετα, εκδηλώνεται στη διάθεση να αναγνωρίζουμε πότε ένα ερώτημα παραμένει ανοιχτό, πότε οι απαντήσεις μας είναι προσωρινές και πότε η σιωπή είναι πιο έντιμη από μια βεβιασμένη βεβαιότητα.

 …ίσως, τελικά, όλος αυτός ο προβληματισμός να θυμίζει την αγωνιώδη προσπάθεια να περιγράψουμε το εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας κρατώντας μόνο έναν χάρτη του ορίζοντα γεγονότων. Θα ξέρουμε πού βρίσκεται το σύνορο, θα ξέρουμε πώς καμπυλώνεται ο χώρος γύρω του, αλλά θα συνεχίζουμε να διαφωνούμε για το τι πραγματικά συμβαίνει από μέσα.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι θα σχολίαζε ο Stephen Hawking αν μας έβλεπε να αντιπαρατιθέμεθα για το αν «χάνεται» ή «διασώζεται» η πληροφορία, την ώρα που ακόμη παλεύουμε να συμφωνήσουμε στο τι ακριβώς εννοούμε με τη λέξη πληροφορία.

Τον φαντάζομαι να χαμογελά ελαφρά (όσο θα του το επέτρεπε το σώμα του) και να μας λέει, με εκείνη την ψυχρή βρετανική ειρωνεία που πάντα τον διέκρινε:

«Κύριοι, να μην ανησυχείτε τόσο για το τι συμβαίνει πίσω από τον ορίζοντα μιας μαύρης τρύπας, αφού το πραγματικό μας πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε ακόμη αποφασίσει τι ακριβώς μετράμε έξω από αυτόν…»

 

Loading

Subscribe
Ειδοποίηση για
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
Όλα τα σχόλια