Αφιερωμένο στους “εραστές” της φυσικής και στους “εραστές” της ζωής.
Την είδε στο μπαρ. Αυτός πίσω από τη μπάρα, εκείνη στο σκαμπό. Του ζήτησε ένα σκέτο ουίσκι. Τον παραξένεψε, καταρχήν, η παραγγελία. Συνήθως, οι νεαρές κοπέλες ζητάνε «μαργαρίτα», άντε και καμιά «βότκα λεμόνι». Απέναντί του, μια ωραία, στιλάτη κοπέλα, με καστανά κατσαρά μακριά μαλλιά και εκφραστικά μάτια. Στην ερώτηση «where are you from?», γερμανίδα, του απάντησε. Μεταξύ τσιγάρου και ποτού, έμαθε ότι ήταν το τελευταίο της βράδυ διακοπών στο νησί, αποζητούσε ηρεμία μετά τις καθημερινές κραιπάλες, ήθελε κάποιον να μιλήσει∙ να μιλήσει για οτιδήποτε: για ανεκπλήρωτους έρωτες, για κοινωνικούς αγώνες, για το κίνημα των Πράσινων στο Βερολίνο. Του άρεσε. Του άρεσε και ο τρόπος που μιλούσε αλλά και πώς μιλούσε. Όχι τα σαχλά που άκουγε συνήθως εκεί στη μπάρα. Προσπάθησε να συμμετέχει στη συζήτηση, ακονίζοντας τα αγγλικά του, με συστολή στην αρχή, αλλά στην πορεία, όλο και ξεθάρρευε περισσότερο. Του άρεσε το στιλ της, το πως μιλούσε, τον γοήτευε η χροιά της φωνής της, τον μαγνήτιζε το βλέμμα της. Της άγγιξε τα δάκτυλα καθώς της πρόσφερε το επόμενο ποτό. Πήρε θάρρος και της κράτησε το χέρι. Κράτησε την ανάσα του. Εκείνη δεν αποτραβήχτηκε. Του ήρθε να φωνάξει ένα ενθουσιασμένο «Yes!», αλλά συγκρατήθηκε.
Μίλησαν για πολλά. Για χαμένους έρωτες, για αδιέξοδους κοινωνικούς αγώνες, για την επανάσταση που μάλλον δεν θα έλθει. Και όσο μιλούσαν, τόσο αισθανόντουσαν και οι δύο σαν να γνωρίζονται, καιρό, σαν να έτρεχαν μαζί χέρι χέρι κάτω από κόκκινα λάβαρα και σημαίες σε άλλους καιρούς , δοξασμένους. Έρωτας με την πρώτη ματιά!
Τα φώτα χαμήλωσαν, σημάδι ότι το μαγαζί έκλεινε κι ήταν καιρός να φύγουν. Περπατούσαν αργά, αγκαλιασμένοι, στα στενά σοκάκια του νησιού και κάθε λίγα μέτρα σταματούσαν να φιληθούν απαλά. Έβαλε το χέρι του γύρω από τη μέση της και προχώρησαν προς την παραλία. Βρέθηκαν, χωρίς να το καταλάβουν, εκεί που σβήνει το κύμα. Ξάπλωσαν ανάσκελα στη νοτισμένη άμμο, ο ένας να ακουμπά στο σώμα του άλλου, τα δάκτυλα πλεγμένα και τα πρόσωπα στραμμένα, να κοιτάζει ο ένας τα μάτια του άλλου και να προσπαθεί, στο σκοτάδι, να μαντέψει την απόχρωση που η ευτυχία τα χρωμάτισε. ‘Έμειναν εκεί ώρες. Η αύρα της θάλασσας φάνταζε απαλό χάδι στο πρόσωπο, στις μπούκλες των μαλλιών. Έμειναν εκεί συνομιλώντας με το κύμα, με τον Ωρίωνα και τη μεγάλη Άρκτο. Η θεά του έρωτα, η Αφροδίτη, τους βρήκε τη χαραυγή αγκαλιασμένους. Τα πρόσωπά τους εξέπεμπαν φωτεινή και γαλήνια πληρότητα.
Δεν είπαν πολλά, ή μάλλον, δεν είπαν τίποτα! Την αποχαιρέτησε με βαθύ αναστεναγμό καθώς το πλοίο σήκωνε τον καταπέλτη. Ένας έρωτας μεταξύ Ωρίωνα και Αφροδίτης, απομακρυνόταν .
![]()