Ο υπερ-ογδοντάχρονος Μαξ Βάγκνερ, αμερικανός καθηγητής γερμανικής καταγωγής, έρχεται το 2001 στην Κωνσταντινούπολη προσκεκλημένος του Πανεπιστημίου και τον υποδέχεται η επί των δημοσίων σχέσεων του ιδρύματος Μάγια Ντουράν. Ο καθηγητής κερδίζει το ενδιαφέρον της κατά πολύ νεότερης ξενίστριάς του, ειδικά όταν αρχίζουν να μπαίνουν στο παιχνίδι μυστικές υπηρεσίες, ντόπιες και ξένες, που τον παρακολουθούν από κοντά. Όταν μάλιστα πηγαίνει σε μια παραλία του Εύξεινου Πόντου να αφήσει στεφάνι στη Νάντια και να παίξει βιολί μέσα στο καταχείμωνο, η περιέργεια της αφηγήτριας αυξάνεται και ψάχνοντας ανακαλύπτει ότι αυτός έφυγε από τη Γερμανία το 1939 και έφτασε στην Ισταμπούλ, όπως και πολλοί άλλοι Γερμανοί και Εβραίοι καθηγητές, για να γλιτώσει από το ασφυκτικό περιβάλλον του ναζισμού.
Ο Λιβανελί φέρνει στο προσκήνιο πτυχές της Ιστορίας, όχι μόνο του μεσοπολέμου και της γερμανικής μανίας εναντίον των Εβραίων, αλλά και της ουδέτερης στάσης της Τουρκίας (υπόγεια φιλογερμανικής), που έχτισε το πανεπιστημιακό της σύστημα σε γερμανικές βάσεις. Αλλά και η Μάγια ανακαλύπτει το δικό της παρελθόν, καθώς η μία της γιαγιά ήταν Αρμένισσα και δεινοπάθησε από τις διώξεις των Τούρκων, ενώ η άλλη ήταν Τουρκάλα της Κριμαίας και σώθηκε την τελευταία στιγμή από τον θάνατο. Κάπου μάλιστα ακούγονται και οι διώξεις των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων το ’55. Το τουρκικό έθνος, λέει ο Λιβανελί, είναι ένα αμάλγαμα πολλών εθνοτήτων, θρησκειών, πολιτισμών, που κατασκευάστηκε από τον Κεμάλ, αφήνοντας πίσω το κουφάρι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
![]()