web analytics

Δεν υπάρχει εξεταστικό πρόβλημα, είναι εκπαιδευτικό!

Του Νίκου Τσούλια

Ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα των Πανελλαδικών εξετάσεων;

Αν εφαρμόσουμε μια συνηθισμένη μεθοδολογία στην οποία συνήθως αρεσκόμαστε – δηλαδή να συγκρίνουμε τα εκπαιδευτικά μας ζητήματα με τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών χωρών – και δεχτούμε ότι το ποσοστό των αποφοίτων του λυκείου μας που δίνει εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο δεν είναι περί το 85% που είναι για την Ελλάδα αλλά στο 50% που είναι αλλού (και στην Ευρώπη) και με δεδομένο ότι την πρόσβαση την επιζητεί μάλλον το υψηλότερο βαθμολογικά τμήμα των μαθητών, τότε η όλη συζήτηση για τις βάσεις αποκτά άλλα χαρακτηριστικά και  προφανώς θα είχαμε πολύ υψηλότερες βάσεις.

Αλλά δεν είναι μόνο η εν λόγω παράλειψη. Υπάρχει και άλλο μεθοδολογικό πρόβλημα. Γιατί κρίνουμε το εκπαιδευτικό σύστημα κυρίως ή μάλλον μόνο από τις βαθμολογίες των Πανελλαδικών εξετάσεων; Επειδή εδώ συγκεντρώνεται το περισσότερο κοινωνικό και επομένως και πολιτικό ενδιαφέρον, θα ισχυριστεί κάποιος. Αλλά μπορεί να εστιάζουμε μόνιμα και σταθερά σε μια «εκροή» του εκπαιδευτικού συστήματος, χωρίς να δίνουμε ανάλογο ενδιαφέρον για άλλα σημεία του; Και ακόμα, ως προς τι η όλη συζήτηση, αφού δεν δίνουμε καμιά λύση και κάθε χρόνο φλυαρούμε;

Για έναν απλό γνώστη των εκπαιδευτικών πραγμάτων το αποτέλεσμα των πανελλαδικών είναι ήδη γνωστό πριν ακόμα από τη διενέργειά τους! Γιατί, όταν έχουμε ένα υψηλό ποσοστό λειτουργικού αναλφαβητισμού στο λύκειο (περί του 20%), αυτό το ποσοστό προφανώς θα εκφραστεί με εμφαντικό τρόπο σε ανταγωνιστικές τύπου εξετάσεις. Αλλά γιατί δεν ενδιαφερόμαστε γι’ αυτό το κρίσιμο πρόβλημα που αφορά το περιεχόμενο και την ουσία του σχολείου, που αποτελεί και την κύρια πηγή για τις χαμηλές βαθμολογίες των πανελλαδικών;

Για να προλάβω τις ενστάσεις των ανυπομονούντων προφανώς δέχομαι ότι υπάρχει πρόβλημα με τις μικρές βαθμολογίες, αλλά οι βαθμολογίες είναι σύμπτωμα και όχι το πρόβλημα. Όμως πρέπει να πάρουμε τα πράγματα με κάποια σειρά. Θέτω λοιπόν μια παραδοχή και κάποια βασικά κατά τη γνώμη μου ερωτήματα.

Παραδοχή. Αυτό που εμφανίζεται ως εξεταστικό ζήτημα – με όλες τις όψεις του από το σύστημα πρόσβασης, που αλλάζει τόσο συχνά όσο τίποτα άλλο στη νομοθεσία της χώρας μας (!), μέχρι το συζητούμενο θέμα μας – είναι απόλυτα εκπαιδευτικό ζήτημα. Δεν υπάρχει αυτόνομο εξεταστικό πρόβλημα. Και όσοι επιμένουν να εστιάζουν μόνο στο εξεταστικό μπορούν να συνεχίσουν να το κάνουν εσαεί, χωρίς να αγγίζουν την εκπαιδευτική πραγματικότητα και απλά θα θεωρητικολογούν ατέλειωτα, θα ηθικολογούν ανέξοδα, θα ενοχοποιούν τους όποιους «αντιπάλους» τους με περισσή ευκολία και θα υπαινίσσονται «λύσεις», τις οποίες υπηρετούν ιδεολογικά και κομματικά εξ αρχής.

Πρώτο βασικό ερώτημα: Θέλουμε μαζική ή επιλεκτική πανεπιστημιακή εκπαίδευση ή κάτι ενδιάμεσο και ίσως ορθολογικό; Σήμερα είναι μαζική. Και όχι μόνο αυτό. Αλλά έχουμε και πλασματική πανεπιστημιακή ζήτηση. Περίπου το 25% των φοιτητών εγκαταλείπουν τις σπουδές τους για διάφορους λόγους (οικονομικούς, μαθησιακούς, επαγγελματικούς κλπ) ή γιατί δεν είναι τελικά η επιλογή που ήθελαν. Μπορεί λοιπόν να πει κάποιος ότι πρέπει να γίνει κάποια εκλογίκευση, αφού η εγκατάλειψη σπουδών είναι μείζον προσωπικό, οικογενειακό, οικονομικό, κοινωνικό πρόβλημα. Αλλά πώς θα γίνει; (Η άποψή μου στα δύο επόμενα σχετικά άρθρα).

Δεύτερο βασικό ερώτημα. Η εισαγωγή των μαθητών στο πανεπιστήμιο είναι πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα ή εκπαιδευτικό και επιστημονικό; Θα υπάρχει πολιτική απόφαση επί του αριθμού των εισακτέων, όπως παραδοσιακά γίνεται στη χώρα μας ή τα πανεπιστήμια θα αποφασίζουν για τον αριθμό ή (και) για το μαθησιακό κατώφλι των φοιτητών τους – ενώ τώρα απλά εισηγούνται τον αριθμό των φοιτητών στην πολιτεία; Μέχρι τώρα εδώ και μισόν αιώνα τουλάχιστον και με δεδομένο ότι το σύστημα είναι γενικά εθνικό επιπέδου η απόφαση είναι πολιτική.

Τρίτο βασικό ερώτημα. Μπορεί να γίνει επιλεκτική η πανεπιστημιακή εκπαίδευσή μας όταν οι απαιτήσεις των καιρών, των κοινωνιών της γνώσης, ο επαγγελματικός ανταγωνισμός και οι διεθνείς τάσεις είναι σε αντίθετη κατεύθυνση;

Τέταρτο βασικό ερώτημα. Αν όντως μας ενδιαφέρει το ουσιαστικό μαθησιακό στάτους των μαθητών και φοιτητών μας, πώς αντιμετωπίζουμε το σχετικό ζήτημα με τις σπουδές φοιτητών μας σε «πανεπιστήμια» αμφιβόλου εγκυρότητας στο εξωτερικό; Και το ακόμα πιο κυνικό στοιχείο εδώ είναι το εξής. Τι γίνεται με τα εγχώρια κολέγια (που απλά είναι μεταλυκειακά ΙΕΚ!) ή με τα κολέγια που έχουν δικαιοπαροχή με ιδιωτικά ξένα πανεπιστήμια χωρίς ουσιαστικό ακαδημαϊκό και επιστημονικό περιεχόμενο, που έχουν στηθεί ad hoc για εμπορικούς και κερδοσκοπικούς λόγους και τα διπλώματα των οποίων έχουν εξισωθεί με τα πανεπιστημιακά πτυχία; Εδώ που δεν φαίνονται πουθενά οι βαθμολογίες εισαγωγής δεν είναι πρόβλημα ή μήπως στα κολέγια πηγαίνουν οι άριστοι και οι πολύ καλοί μαθητές;

πηγή: Alfavita.gr

Loading

Subscribe
Ειδοποίηση για
8 Σχόλια
Inline Feedbacks
Όλα τα σχόλια
Διονύσης Μάργαρης
Αρχισυντάκτης
31/08/2020 10:16 ΠΜ

Καλημέρα και καλή βδομάδα σε όλους.

Ο Νίκος Τσούλιας, είναι γνωστός από παλιά, ως συνδικαλιστής.

Το παραπάνω άρθρο, το δημοσίευσε στο Alfavita και νομίζω ότι αξίζει να διαβαστεί…

 

Πάνος Μουρούζης
01/09/2020 10:44 ΠΜ

Κάποιες σκέψεις μου που συνάδουν με την παραπάνω ανάρτηση

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ

Με αφορμή τη συζήτηση που έχει ανάψει στις ημέρες μας σχετικά με τις πολύ μικρές βάσεις κάποιων Πανεπιστημιακών σχολών, θα ήθελα να εκφράσω ορισμένες σκέψεις. Κατ’ αρχή να υπενθυμίσω ότι η δοκιμασία για την εισαγωγή των μαθητών στα ΑΕΙ δεν είναι δοκιμασία εξετάσεων αλλά διαγωνισμών. Με άλλα λόγια δεν περνάνε αυτοί που έχουν κάποιο γνωστικό επίπεδο και πάνω, αλλά αυτοί που έχουν γράψει καλύτερα από κάποιους άλλους. Υπενθυμίζω ότι παλαιότερα για να εισαχθεί κάποιος στο ΕΜΠ, τότε που το επίπεδο του ήταν αρκετά υψηλότερο από πολλά αντίστοιχα Ιδρύματα της Ευρώπης και της Αμερικής, αρκεί να έγραφε ο υποψήφιος λίγο πιο πάνω από τη βάση. Δοκιμασία εξετάσεων και όχι διαγωνισμών θα είχαμε αν όσοι υποψήφιοι έγραφαν πάνω από 10 θα πέρναγαν και σε κάποιο ΑΕΙ. Όσο ο αριθμός των φοιτητών παραμένει περιορισμένος, και αυτό συμβαίνει σε όλα τα σοβαρά τμήματα ΑΕΙ του πλανήτη, ( υπάρχουν παντού και ΑΕΙ μαγαζάκια που οι φοιτητές αποτελούν την πελατεία, οπότε σ’ αυτά δεν ισχύει ο περιορισμός αυτός ) θα υπάρχουν διαγωνισμοί ή γενικότερα περιορισμοί εισαγωγής. Το πρόβλημα λοιπόν δεν βρίσκεται στις χαμηλές βάσεις διαφόρων σχολών. Το πρόβλημα κατά την άποψή μου βρίσκεται σε αυτό που λέμε ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΌ.

Ο ορισμός του λειτουργικού αναλφαβητισμού: Ο λειτουργικός αναλφαβητισμός ορίζεται ως απώλεια της ικανότητας ενός ατόμου, που έχει παρακολουθήσει την υποχρεωτική εκπαίδευση, να κατανοεί με επάρκεια τον προφορικό και γραπτό λόγο, να διατυπώνει με σαφήνεια την σκέψη του, να κάνει αφαιρετικούς συνειρμούς, να αναπτύσσει κριτική σκέψη, να εκμεταλλεύεται ευκαιρίες για βελτίωση των γνωστικών του δεξιοτήτων κ.λ.π. (ΕΕΚ, UNESCO, 1987).

Ο λειτουργικά αναλφάβητος δυσκολεύεται να παρακολουθήσει την ροή της ενημέρωσης, δεν επιθυμεί να κατανοεί πολυπαραγοντικά προβλήματα, και αδιαφορεί για τις δυνατότητες της γλώσσας. Το πιο επικίνδυνο όμως, είναι πως απορρίπτει την λογική ως το βασικότερο εργαλείο αξιολόγησης της πραγματικότητας γιατί δεν μπορεί να λειτουργήσει ορθολογικά. Γενικότερα, ο λειτουργικά αναλφάβητος είναι το κακομαθημένο παιδί της καταναλωτικής κοινωνίας και του πελατειακού πολιτικού συστήματος (είσαι πελάτης και δεν θέλω να μου κουράζεσαι) και η νωθρότητα των λογικών αντιδράσεών του εξυπηρετεί όλες τις εξουσίες. Έτσι ο λειτουργικά αναλφάβητος είναι ένα τέρας ημιμάθειας, οπαδός συνομωσιολογικών θεωριών, δέκτης του λαϊκισμού των κομμάτων, ψηφοφόρος – δούλος.

Στη χώρα μας το φαινόμενο του λειτουργικού αναλφαβητισμού, ενώ ήταν άγνωστο πριν από κάποιες δεκαετίες, όσο πάει γίνεται και πιο έντονο. Αυτό οφείλεται στη μετατροπή της αγοράς σε καθαρά μεταπρατική, με συρρίκνωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα και εν γένει της παραγωγικότητας. Εισάγουμε, διαθέτουμε και εφαρμόζουμε ξένα αγαθά ή υπηρεσίες (άρα δεν παράγουμε αποτελέσματα) με αποτέλεσμα προσαρμόζοντας την εκπαίδευση με την αγορά, να παράγουμε όλο και περισσότερους λειτουργικά αναλφάβητους πολίτες.

Η καταδυνάστευση του κράτους (κρατισμός) η επιρροή της εκκλησίας στην κοινωνία (θεοκρατία κι όχι δημοκρατία) τα δανεικά κι αγύριστα, η ευκολία στην βίωση χωρίς ευθύνες και η διαστρέβλωση της παιδείας (αναξιοκρατία και πτυχίο για όλους χωρίς αντίκρισμα) δημιούργησαν τεράστια ποσοστά λειτουργικά αναλφάβητων που δεν τους ενδιαφέρει η ενεργής συνάφεια κι αλληλεπίδραση με την καθημερινότητα αλλά η υποταγή τους σε αυτήν.

Η ανατροπή της κατάστασης θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι επιβάλλει μία ταυτόχρονη ανατροπή τόσο στη μορφή της αγοράς και της παραγωγής, όσο και της εκπαίδευσης.

Βαγγέλης Κουντούρης

η γνώμη μου: ούτε εκπαιδευτικό ούτε εξεταστικό είναι το πρόβλημα

και το σχετικό σχόλιό μου σε άλλους χώρους: οι πολιτικάντες, είναι το πρόβλημα, η μεγάλη πληγή της χώρας…

εντάξει, ωραία, ποιος φταίει για αυτό;

προσωπική απάντηση: μα, οι άθλιοι πολιτικάντες που διαχρονικά κυβερνούν

Εξετάσεις υπήρχαν και από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, και προφορικές και γραπτές! (τον Ιούνιο και οι ανεξεταστέοι τον Σεπτέμβρη και οι μένοντες του χρόνου πάλι).

Τις διενεργούσαν οι καθηγητές του Γυμνασίου της περιοχής και ήταν αυστηρότατες (θυμάμαι ότι το πρόβλημα στην Αριθμητική ήταν σύνθετη μέθοδος των τριών σε πρόβλημα τόκου, πού διδάσκεται αυτό σήμερα είπαμε;).

Στον καιρό μου δώσαμε από 17 χωριά εξετάσεις, στο ένα και μοναδικό Κλασσικό Γυμνάσιο, στην πανέμορφη Νεάπολη Λακωνίας, γύρω στα 200 παιδιά και περάσαμε, γύρω στα 150 (δεν γράφω ποιος μπήκε πρώτος και με στρογγυλό 20, μη νομίσετε ότι θέλω να παινευτώ…) και τελειώσαμε 17, ανάμεσά τους ένας Φυσικός, ένας Μαθηματικός και δύο Γιατροί, που, και, τελειώνοντας βρήκαμε δουλειά ακαριαία.

Σήμερα οι πολιτικάντες, η μεγάλη πληγή της χώρας, άσχετοι, αδιάφοροι, ανόητοι και κηφήνες, βασική αιτία της καταξίωσης της ήσσονος προσπάθειας, αυξάνουν και αυξάνουν τον αριθμό εισακτέων, (το 1967 δώσαμε εξετάσεις γύρω στις 70.000 και περάσαμε συνολικά σε όλες τις Σχολές, με κεφαλαίο “Σ”, γύρω στις 10.000, μαζί με τους χωρίς εξετάσεις Κύπριους), δημιουργώντας σχολές σε κάθε πρωτεύουσα νομού, σε κάθε μεγαλούτσικη πόλη, οπότε οι τοπικοί επιχειρηματίες ανασαίνουν και ψηφίζουν εκεί που θέλουμε (οι φοιτητές είναι μια κάποια πηγή, μειώθηκε βλέπεις και το πλήθος των στρατιωτών, λόγω μείωσης της θητείας, άλλη ανοησία και τούτη), οι γονείς χαίρονται και ψηφίζουν εκεί που θέλουμε (διότι το παιδί τους πέρασε σε μια σχολή, άλλο το τί αντίκρυσμα έχει), οι νεοεισερχόμενοι φοιτητές παινεύονται και ψηφίζουν εκεί που θέλουμε (διότι, σου λέει, είμαστε φοιτητές πλέον, ίσως με κάποιο μέσον) και οι πολιτικάντηδες τρίβουν τα χέρια τους και χαίρονται, διότι το πόπολο αναγνωρίζει και αμείβει την προσπάθεια, το ενδιαφέρον και τη διορατικότητά τους, λέμε τώρα, διότι το πόπολο δεν βλέπει ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις γίνεται απλά μετάθεση ανεργίας για 4-5 χρόνια, 4-5 χρόνια χαμένα ως εργασία αμοιβή και εμπειρία, και με πολλαπλά έξοδα για τους γονείς, διότι το πόπολο αρέσκεται στα παραμύθια και στα “θα”, κάποιες φορές και εν γνώσει του, αρμοδιότης ψυχιάτρου είναι αυτό, διότι το πόπολο παραμένει πόπολο, διότι αν το πόπολο πάψει να είναι πόπολο και γίνει σκεπτόμενος λαός, οι πολιτικάντες ούτε θα χαίρονται ούτε θα λυπούνται, διότι απλά θα πάψουν να υπάρχουν,

τώρα τα Πανεπιστήμια είναι διπλάσια ή τριπλάσια, δεν γνωρίζω ακριβώς και αντίστοιχα εισάγονται 200 Φυσικοί και 400 Μαθηματικοί στο κάθε ένα!

γιατί ρε άθλιε πολιτικάντη δεν του το λες από πριν, ότι οι δυνατές αντίστοιχες θέσεις εργασίας, άμα και όταν αποκτήσει πτυχίο, είναι το πολύ το 20% των πτυχιούχων;

μα, για να τον έχεις δέσμιο, πολιτικάντη, να σου ζητάει ρουσφέτι βολέματος, εξαργυρώνοντας την ψήφο του με μια θέση,

και το χειρότερο είναι ότι ο εισαχθείς με 5 και με 4, θα έχει ισότιμο πτυχίο, διότι κάποια στιγμή θα πάρει πτυχίο και αυτός, κάτι με τύχη, κάτι με αντιγραφή, κάτι με επιείκειες , κάτι με γνωριμίες, κάτι με συνδικαλισμούς, κάτι για να τον ξεφορτωθούν, και πολύ πιθανόν θα φάει τη θέση από αυτόν που εισήχθη με Άριστα και που στερήθηκε πολλαπλά για να εισαχθεί

γι αυτό και εμέ του σκεπτόμενου, ακόμη, Πολίτη, τί βίτσιο κι αυτό, αλλά του παραμένοντος, ακόμη, Φυσικού, αίτιον και αιτιατόν γαρ, μου έρχεται στο μυαλό η ρήση του Κορνήλιου Καστοριάδη, την οποία εγκρίνω και επαυξάνω: “τον έχω γραμμένο εις τα παλαιότερα των υποδημάτων μου”

Διονύσης Μάργαρης
Αρχισυντάκτης
01/09/2020 4:08 ΜΜ

Πάνο και Βαγγέλη καλό μήνα.

Σας ευχαριστώ για την κατάθεση του προβληματισμού σας.

Κώστας Παπαδάκης
01/09/2020 8:41 ΜΜ

Το πρόβλημα είναι ουσιαστικό: δεν υπάρχει σχεδιασμός κ στόχος στην «εκπαιδευτική» πορεία του μαθητή σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης.

Ο μαθητής βρίσκεται 6 χρόνια στην πρώτη εκπαιδευτική βαθμίδα στο δημοτικό. Τι θεωρούμε βασικό να μάθει, σε 12 εξάμηνα; Ας αξιολογήσουμε τον μαθητή κάθε εξάμηνο. Ας εξετάσουμε τα δεδομένα σε 2 χρόνια. Ας αξιολογήσουμε τους εκπαιδευτικούς κ την ίδια την διαδικασία, με σκοπό να την βελτιώσουμε. Αν υπάρξει ανάγκη μπορούμε πάντα να διορθώσουμε την διαδικασία.

Με την ίδιο τρόπο, η επόμενες εκπαιδευτικές βαθμίδες του γυμνασίου κ του λυκείου μπορούν να θέσουν τους δικούς τους εκπαιδευτικούς στόχους.

Για παράδειγμα η Ιστορία θα μπορούσε να έχει την ιστορία της τέχνης, της φιλοσοφίας ,των φυσικών κ ανθρωπιστικών επιστημών. Ανάλογα την ηλικίας κ τους στόχους τους οποίους θα θέσουμε, θα διδαχθεί ο μαθητής ιστορία.

Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι πολλές ώρες των φιλολογικών μαθημάτων σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης είναι απαραίτητες, ούτε ότι είναι αποτελεσματικές. Δείτε τα κείμενα που αναρτούνται στα «κοινωνικά» δίκτυα.

Δεν θεωρώ αποτελεσματικές κ τις ώρες (χωρίς να είναι αρκετές) που διατίθενται στα θετικά μαθήματα. Πολλές ώρες στα μαθηματικά από το δημοτικό έως το λύκειο, με μη ομαλή ροή κ δυσκολία καθώς ο μαθητής από την μία εκπαιδευτική βαθμίδα μεταφέρεται στην επόμενη.

Στην φυσική κ στην χημεία υπάρχει αδιανόητη απουσία διδακτικών ωρών στο δημοτικό, αχνή παρουσία με ελάχιστες ώρες στο γυμνάσιο κ αναποτελεσματική ύλη στο λύκειο.

Ο άνθρωπος έχει διάφορες ανάγκες και αναζητήσεις, θα μπορούσαν οι μαθητές να διδαχθούν θέατρο, τα δικαιώματα τους σαν πολίτες, βασικές επισκευές στο σπίτι τους κ τόσα μα τόσα άλλα. Ας κάνουν οι μαθητές κάθε πρωί γυμναστική, 20 λεπτά θα ανανέωναν το πνεύμα. Ας ξεκινούσαν τα μαθήματα 9 το πρωί.

Μην ξεχάσω τους υπολογιστές, όπου βασικές γνώσεις όχι χειρισμού αλλά προγραμματισμού, είναι απαραίτητες για την εποχή μας.

Θα μπορούσαν να γίνουν τόσα πολλά, με την υπάρχουσα υποδομή αλλά …

Χρειάζεται μέθοδος, επιστημονική προσέγγιση κ διαδικασία. Πρέπει να σχεδιαστεί η πορεία σε κάθε τι που θέλουμε να μάθει ο μαθητής (αυτός είναι ο στόχος) κ στη συνέχεια θα αξιολογήσουμε το τι του μάθαμε.

Παντελεήμων Παπαδάκης
Αρχισυντάκτης

Την Καλησπέρα μου στους φεγγαρόλουστους, υποθέτω , σχολιαστές του πάντα επίκαιρου θέματος της …"εκπαίδευσης" με τις στρεβλώσεις και τα αποτελέσματα που είναι δεδομένα και αναφέρονται στο άρθρο και τα σχόλια του Πάνο και του Βαγγέλη.

Κατέβαινα προ καιρού από ένα χωράφι με μια μικρή αγκαλιά Φασκόμηλο στην αγκαλιά μου (για ιδία χρήση μην….)και φτάνοντας στο πάνω χώρι καλησπερίζω τρεις κοπελιές που κάθονταν σε ένα παγκάκι κάτω από μια τεράστια βελανηδιά.

Καλησπέρα κοπελιές ωραία θέση για το σούρουπο.

Με κοίταξαν και κοίταξε κι η μια την άλλη

Μου επιτρέπετε να κάνω μια ερώτηση ,και την κάνω 

Γνωρίζετε το φυτό που κρατώ και σίγουρα σας μύρισε;

Οχι, μου είπαν

Ούτε από τη μυρωδιά βγάζετε κάτι;

Οχι, μου είπαν και η μικρότερη είπε… δεν μου αρέσει αυτή η μυρωδιά

Είναι πράγματι περίεργα έντονη η μυρωδιά είπα και συγχρόνως μαρτήρισα το ονομα αυτής…

Επειδή δεν ήθελα να τα προσβάλω, άλωστε λόγο δεν είχα ,είπα να ρωτήσω κάτι που θα πάρω απάντηση, για να συνεχίσω το ας πούμε διάλογο.

Κοπελιές το δεντρό που είναι πάνω σας ξέρετε πως το λένε;

Τρία κορίτσια…Α λυκ, Γ γυμν…, Β γυμν.. δεν γνώριζαν τη φύση που ζουν

Ειλικρινά στεναχωρήθηκα και σκεφτόμενος έφυγα

Υπάρχει μήπως υπερβολή και σχέση δεν έχει με τα παραπάνω, το συμβάν;

Καλό μήνα 

Τίνα Νάντσου
01/09/2020 10:13 ΜΜ

Και μία διαφορετική άποψη του καθηγητή του Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ Χ.  Τρικαλινού απο το fb. ( διαφωνώ με πολλά αλλά εχει ενδιαφέρον ) 

Και μία άλλη άποψη του καθηγητή του Τμήματος Φυσικής ΕΚΠΑ

Christos Trikalinos

.

ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ «ΒΑΣΕΙΣ» (ΟΧΙ «ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ», Ή … ΜΗΠΩΣ;;;)

Το «έργο» επαναλαμβάνεται για μια ακόμη χρονιά, στο διαδίκτυο, στα ΜΜΕ, στις καφετέριες. Όλοι, ειδικοί και «ειδικοί» οικτίρουν το σύστημα που επιτρέπει σ’ αυτούς τους «άσχετους», που πήραν 3000 ή και λιγότερα μόρια να μπουν σε μια σχολή. Πολλές φορές βλέπω, μάλιστα, σε τέτοιου είδους συζητήσεις να πρωτοστατούν καθηγητές της δευτεροβάθμιας…

Ακούγοντας τα όλα αυτά κάποιες σκέψεις γεννιούνται μέσα μου. Αν δεν κάνω λάθος προϋπόθεση για να συνεχίσει κάποιος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι η ολοκλήρωση των αποκαλούμενων «εγκύκλιων» σπουδών, δηλαδή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Στην τριτοβάθμια πλέον θα αποκτήσει εκείνη την ειδικότητα που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την εργασιακή του πορεία και την προσφορά του στο κοινωνικό σύνολο και την ανάπτυξη της χώρας (ναι, ξέρω θα μου πείτε για την επαγγελματική αποκατάσταση, τη μετανάστευση και πολλά άλλα, αλλά δεν είναι του παρόντος). Δυνητικά λοιπόν ΚΑΘΕ νέος που έχει τελειώσει το Λύκειο μπορεί να γραφτεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επειδή όμως οι διάφορες σχολές δεν μπορούν να δεχτούν όλους όσοι το επιθυμούν καθιερώθηκαν οι εισαγωγικές εξετάσεις, όποια μορφή κι αν είχαν διαχρονικά. Στην Ελλάδα βέβαια υπάρχει και το Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, που είναι Δημόσιο, αλλά οι φοιτητές του (ναι έχουν προτεραιότητα όσοι συμπλήρωσαν το 23-ο έτος) εισάγονται σήμερα με σειρά προτεραιότητας υποβολής της αίτησης!.. Αυτοί, τα πτυχία των οποίων είναι ισότιμα, τι βαθμό είχαν άραγε στις πανελλήνιες;;; Ας μη μιλήσουμε και για τα ιδιωτικά κολέγια (που προσφάτως τα πτυχία τους αναγνωρίσθηκαν ως ισότιμα) και έχουν ως βάση το μηδέν (0)! Ή για κάποια Πανεπιστήμια του εξωτερικού…

Ας συνεχίσουμε όμως. Τίθεται το ερώτημα λοιπόν. Ένα παιδί με απολυτήριο Λυκείου έχει τις απαιτούμενες βάσεις για να παρακολουθήσει σπουδές τρίτου βαθμού; Και ρωτάω τους συναδέλφους μου εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας. Αν η απάντησή τους είναι «ναι», τότε προς τι οι οιμωγές; Αν η απάντησή τους είναι «όχι», τότε γιατί πήρε απολυτήριο; Ποιος του το έδωσε;;;

Έχει ειπωθεί πολλές φορές κι από πολλούς. Οι πανελλήνιες είναι εξετάσεις επιλογής και όχι διαπίστωσης γνώσεων. Επομένως η λέξη «βάση» (και εννοώ κατώτερος βαθμός που πρέπει να γράψει κάποιος για να εισαχθεί) ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ, Η διαπίστωση της αφομοίωσης των εγκύκλιων γνώσεων, αλλά και των γνώσεων σε συγκεκριμένα μαθήματα, πρέπει να γίνεται στο σχολείο. Γίνεται;;; Όσο για τις «βάσεις», όλοι το ξέρουμε, ότι η άνοδος ή η κάθοδός τους οφείλεται σε μια σειρά παράγοντες. Κύριος είναι η ευκολία ή δυσκολία των θεμάτων, αλλά πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν και οικονομικοί, κοινωνικοί και φέτος επιδημιολογικοί παράγοντες.

Δύο ακόμη ζητήματα. Πρώτον. Η πολυετής εμπειρία μου από το Πανεπιστήμιο μου δείχνει ότι ο βαθμός εισαγωγής, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν αντιστοιχεί ούτε σε γνώσεις, ούτε σε επιδόσεις κατά τις σπουδές του. Γιατί είναι τεράστιο το θέμα του τι εξετάζεται στις Πανελλήνιες, ας μην το ανοίξουμε εδώ. Επομένως ας μην θεοποιούμε τους «αριστεύσαντες» και ας μην στέλνουμε στον καιάδα τους «τελευτήσαντες»

Δεύτερον. Όπως πολύ σωστά επεσήμανε και κάποιος συνάδελφος, η πορεία των φοιτητών στη συγκεκριμένη σχολή θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον αυτή θα προσπαθήσει όχι να «διώξει» τους «κακούς», αλλά πως να τους φέρει στο επίπεδο που χρειάζεται, ώστε, χωρίς εκπτώσεις, να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ειδικότητάς τους. Δυστυχώς εδώ τα πράγματα είναι πολύ μπερδεμένα. Όπως έχω επισημάνει και σε άλλο άρθρο μου, λίγοι, πολύ λίγοι συνάδελφοι πανεπιστημιακοί έχουν εικόνα για την κατάσταση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έτσι για πολλούς υπάρχουν εύκολες λύσεις. Πριν κάποιους μήνες έτυχε να παρακολουθήσω τα τελευταία 20 λεπτά από το μάθημα κάποιου συναδέλφου σε ένα από τα καλά περιφερειακά Πανεπιστήμια. Ήταν στον ηλεκτρομαγνητισμό και οι φοιτητές (της πολυτεχνικής) πρέπει να ήταν στο τέλος του 2-ου εξαμήνου σπουδών. Ένιωσα άβολα. Η διδασκαλία γινόταν σε επίπεδο 1-ης ή 2-ας Λυκείου… Όταν ρώτησα τον συνάδελφο γιατί, η απάντησή του ήταν αφοπλιστική: «Γιατί δεν τραβάνε». Δεν ξέρω τι ήταν αλήθεια, πάντως στο συγκεκριμένο Τμήμα η βάση ήταν πάνω από 15000 μόρια… Πολύ φοβάμαι λοιπόν, πως αν πάρουμε υπόψη μας και την επερχόμενη σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση και το γεγονός ότι σίγουρα (όπως συμβαίνει παγκοσμίως) ένας από τους δείκτες θα είναι το ποσοστό αυτών που αποφοιτούν σε σχέση με αυτούς που εισέρχονται, το μέλλον κάθε άλλο παρά ευοίωνο είναι.

Και κάτι τελευταίο. Διαβάζω και πάλι φωνές «τι σόι Μαθηματικοί ή Φυσικοί θα βγουν από αυτούς;» Γιατί, είστε τόσο σίγουροι, ότι όσοι σήμερα εργάζονται ως Φυσικοί ξέρουν «Φυσική». Κι ας μην ξεχνιόμαστε, το αεικίνητο υπάρχει κι ο κβαντικός μέντορας και τα «μέλη του σώματος των ομοτίμων καθηγητών» που αλωνίζουν τη χώρα και και και…

Ας αφήσουμε τα παιδιά να χαρούν για τις επιτυχίες τους κι ας ελπίζουμε (ίσως μάταια) ότι τα Πανεπιστήμια και θα ανεβάσουν το επίπεδο ΟΛΩΝ (και των «αριστούχων») και θα αποβάλλουν αυτούς που βρίσκονται εκεί «κατά λάθος».

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

 

Διονύσης Μάργαρης
Αρχισυντάκτης
02/09/2020 8:04 ΠΜ

Καλημέρα σε όλους.

Ας καταθέσω και κάποιες προσωπικές σκέψεις μου πάνω στο θέμα, επιγραμματικά.

1) Οι πανελλήνιες εξετάσεις είναι διαγωνισμός και όχι εξετάσεις διαπίστωσης απόκτησης κάποιων γνώσεων, όπου ορίζεται «βάση».

2) Αν μπει βάση στην εισαγωγή, έχουμε δύο επόμενες κινήσεις:

Α) πρέπει να μπουν τέτοια θέματα στις εξετάσεις (ή να αυξηθούν τα ερωτήματα που αντιγράφονται εύκολα…), έτσι ώστε το ποσοστό  40%-60% των υποψηφίων που συγκεντρώνουν κάτω από 10.000 μόρια, να πέσει στο 20%.

Β) Δεν θα ενοχλήσει κανέναν ότι το υπόλοιπο 20% θα οδηγηθεί στα ιδιωτικά κολέγια που θα διαφημίζονται ως «ιδιωτικά πανεπιστήμια» και θα πάρει στα 4 χρόνια ισότιμο πτυχίο; Και μάλιστα θα θεωρείται και «άριστος» χωρίς να πειράζει που δεν μπόρεσε να εισαχθεί στο δημόσιο πανεπιστήμιο!

Αν συμβούν τα δύο παραπάνω ενδεχόμενα, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι είναι η εφαρμογή της βάσης, ένα θετικό βήμα;

3) Ένας μαθητής που παίρνει απολυτήριο Λυκείου, έχει διαπιστωμένες γνώσεις και θεωρείται ικανός, για παραπέρα σπουδές; Προφανώς όχι!

Μόνο κάποιος που δεν γνωρίζει καθόλου το τι συμβαίνει στα σχολεία, θα υποστήριζε μια τέτοια θέση.

Ποιος ευθύνεται για την κατάσταση αυτή;

Α) Την πρώτη ευθύνη τη φέρει το υπουργείο παιδείας! Όταν βάζεις Φυσική- Χημεία- Βιολογία ένα μάθημα, όπου ο Μ.Ο, του θα συνυπολογιστεί  με το βαθμό π.χ. των Θρησκευτικών, πώς μπορεί ο Φυσικός, για παράδειγμα, να εμποδίσει την προαγωγή ενός μαθητή; Είναι σίγουρο ότι το υπουργείο προωθεί την απρόσκοπτη προαγωγή και απόλυση όλων των μαθητών.

Β) Και οι καθηγητές είναι αμέτοχοι το «εγκλήματος τούτου»; Προφανώς όχι! Η βαθμολογία εδώ και πάρα πολλά χρόνια (κυρίως με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης Αρσένη…) πήρε την ανιούσα και έχει πάψει να δείχνει κάτι. Δεν γίνεται καμιά σοβαρή αξιολόγηση (από την μεγάλη πλειοψηφία των συναδέλφων…) απλά μοιράζονται βαθμοί.

4) Μήπως η τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να διορθώσει το πρόβλημα; Μήπως θα δώσει πτυχία μόνο στους φοιτητές που θα αποκτήσουν γνώσεις και δεξιότητες, πάνω από ένα όριο, που οι ίδιοι οι διδάσκοντες θα θέσουν;

Νομίζω ότι όλοι έχουμε την εμπειρία ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί. Η λογική που επικρατεί στη δευτεροβάθμια συνεχίζεται και στην τριτοβάθμια… Μόνο αν διακόψει κάποιος. Αν εγκαταλείψει, αλλιώς αργά ή γρήγορα το πτυχίο θα το πάρει.

Θα μπορούσε βέβαια να υποστηρίξει κάποιος ότι οι πανεπιστημιακοί κατάφεραν να τραβήξουν προς τα πάνω τους φοιτητές και τους κατέστησαν ικανούς να αποκτήσουν πτυχίο, παρότι όταν μπήκαν στο πανεπιστήμιο η φαρέτρα τους ήταν παντελώς άδεια. Όποιος το πιστεύει ας σηκώσει το χέρι του!

(οι πιθανές εξαιρέσεις, αν υπάρχουν, απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα…