
Η Ruth Elizabeth Naomi Belville ήταν Αγγλίδα επιχειρηματίας και έγινε κυρίως γνωστή για το ότι πουλούσε την ακριβή ώρα σε πελάτες του Λονδίνου για σχεδόν μισό αιώνα. Έμεινε στην ιστορία ως η “Κυρία της Ώρας Greenwich” (Greenwich Time Lady). Το επάγγελμά της – η διανομή της ώρας μέσω ενός χρονομέτρου υψηλής ακρίβειας που ήταν συγχρονισμένο με την ώρα Greenwich (GMT) – ήταν ζωτικής σημασίας σε μια εποχή πριν τη μαζική μετάδοση ραδιοφωνικών και ηλεκτρονικών χρονικών σημάτων.
Οικογενειακές ρίζες και η υπηρεσία διανομής της ώρας
Η Ruth Belville γεννήθηκε στο Γκρίνουιτς του Λονδίνου, σε μια οικογένεια που ήδη δραστηριοποιούνταν στη διανομή της ακριβούς ώρας. Ο πατέρας της, John Henry Belville, ήταν γιος πρόσφυγα που διέφυγε από τη Γαλλική Επανάσταση και βρέθηκε υπό την προστασία του βασιλικού Αστρονόμου John Pond. O John Henry ξεκίνησε το 1836 μια ιδιωτική εμπορική υπηρεσία διανομής της ώρας. Χρησιμοποιούσε ένα εξαιρετικά ακριβές φορητό χρονόμετρο, το οποίο ρύθμιζε σύμφωνα με την επίσημη ώρα του Βασιλικού Αστεροσκοπείου του Γκρίνουιτς. Την εποχή εκείνη, πολλές επιχειρήσεις – όπως ωρολογοποιοί, σιδηροδρομικές εταιρείες και τράπεζες – είχαν ανάγκη από ακριβή ώρα, αλλά δεν είχαν άμεση πρόσβαση στα ρολόγια του Αστεροσκοπείου.
Το χρονόμετρο τσέπης της οικογένειας Belville, γνωστό ως “Arnold”, είχε κατασκευαστεί το 1794 από τον φημισμένο ωρολογοποιό John Arnold και θεωρούνταν εξαιρετικά ακριβές για την εποχή του – διέθετε ακρίβεια ενός δέκατου του δευτερολέπτου. Αρχικά είχε κατασκευαστεί για τον Δούκα του Sussex και ήταν τοποθετημένο σε χρυσή κάσα, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε από τον John Henry με ασημένια, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος κλοπής του.
Ο “Mr. Arnold” όπως αποκαλούσε το χρονόμετρο τσέπης η Ruth Belville.
Μετά τον θάνατο του John Henry Belville το 1856, η σύζυγός του Maria Elizabeth Belville ανέλαβε τη συνέχιση της επιχείρησης, που αριθμούσε ήδη γύρω στους 200 συνδρομητές. Για περισσότερα από τριάντα χρόνια επισκεπτόταν εβδομαδιαία το Αστεροσκοπείο, ρύθμιζε το χρονόμετρο και στη συνέχεια μετέφερε προσωπικά την ακριβή ώρα στους πελάτες της. Η Ruth μεγάλωσε μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μαθαίνοντας από νωρίς τη σημασία της ακρίβειας, της συνέπειας και της επαγγελματικής αξιοπιστίας.
Η Maria Belville το 1892
Η επαγγελματική πορεία της Ruth Belville (1892–1940)
Το 1892, μετά τον θάνατο της μητέρας της, η Ruth Belville ανέλαβε επίσημα τη διαχείριση της οικογενειακής επιχείρησης. Από τότε έως το 1940, ακολούθησε την ίδια εβδομαδιαία ρουτίνα: κάθε Δευτέρα πρωί επισκεπτόταν το Βασιλικό Αστεροσκοπείο του Γκρίνουιτς για να συγχρονίσει το χρονόμετρο “Arnold” με την επίσημη ώρα και συχνά λάμβανε πιστοποιητικό ακρίβειας, πριν ξεκινήσει τις επισκέψεις της. Στη συνέχεια περιόδευε σε διάφορες περιοχές του Λονδίνου, επιτρέποντας στους πελάτες της να ρυθμίζουν τα ρολόγια τους.
H Ruth λαμβάνει το πιστοποιητικό ακρίβειας στην είσοδο του Αστεροσκοπείου
Μεταξύ των πελατών της υπήρχαν ωρολογοποιοί, κοσμηματοπώλες, δικαστήρια, τράπεζες, ναυτιλιακά γραφεία και άλλες επιχειρήσεις που βασίζονταν στην ακριβή μέτρηση του χρόνου. Το εβδομαδιαίο δρομολόγιο της Ruth, που εκτεινόταν σε όλο το Λονδίνο, από τις αποβάθρες και το Clerkenwell μέχρι το West End, περιλάμβανε 30 έως 40 πελάτες. Η ετήσια συνδρομή για τις υπηρεσίες της ήταν 4 λίρες (περίπου 550 σημερινές λίρες), μια τιμή ανταγωνιστική αυτής του Βρετανικού Ταχυδρομείου, που χρέωνε 15 λίρες το χρόνο.
Η ακρίβεια του ρολογιού της Ruth και η προσωπική εμπιστοσύνη που ενέπνεε συντηρούσαν την επιχείρησή της ακόμη και όταν οι τηλεγραφικές και ηλεκτρικές υπηρεσίες χρόνου επεκτάθηκαν. Οι πελάτες εκτιμούσαν τη σιγουριά ενός επαληθευμένου χρονομέτρου και την τελετουργική προσωπική επίσκεψη όσο και τα ίδια τα δεδομένα.
Τεχνολογικός ανταγωνισμός και δημόσια προβολή
Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της Ruth Belville, η διανομή της ώρας άλλαζε ραγδαία, λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, το Βρετανικό Ταχυδρομείο και ιδιωτικές εταιρείες όπως η Standard Time Company άρχισαν να εκπέμπουν τηλεγραφικά σήματα ακριβούς ώρας. Το 1924, το BBC εισήγαγε τα γνωστά ραδιοφωνικά σήματα της ώρας (“pips”), ενώ το 1936 παρουσιάστηκε η τηλεφωνική “Ομιλούσα Ώρα” (“Tim”), μειώνοντας ακόμη περισσότερο την ανάγκη της εβδομαδιαίας διανομής της ώρας.
Παρά τις εξελίξεις αυτές, η Belville συνέχισε να διατηρεί πιστούς πελάτες. Το 1908, ξεσπά μια διαμάχη, όταν o John Wynne, αξιωματούχος της Standard Time Company, χαρακτήρισε δημόσια την υπηρεσία της ξεπερασμένη. O Wynne στην ομιλία του, που δημοσιεύτηκε στη συνέχεια στους Times, υπαινίχθηκε ότι η εμπιστοσύνη σε κάποιον ανθρώπινο ενδιάμεσο ήταν αναχρονιστική. Περιέγραψε την “δυσκολία” του συστήματος Belville και απέδωσε τις “τρέχουσες ιδιοτροπίες” στην “απάθεια που επιδεικνύει η κυβέρνηση, το συμβούλιο της κομητείας του Λονδίνου, η δημοτική αρχή και το κοινό”. O Wynne συνέχισε με σεξιστικούς υπαινιγμούς: “Μια γυναίκα που κατείχε χρονόμετρο έλαβε άδεια από τον Βασιλικό Αστρονόμο εκείνη την εποχή (ίσως κανένας απλός άντρας δεν θα μπορούσε να το πετύχει) να επισκέπτεται το Αστεροσκοπείο και να το διορθώνει όσο συχνά θέλει. Η επιχείρηση συνεχίζεται μέχρι σήμερα από τη διάδοχό της, η οποία είναι ακόμα γυναίκα, νομίζω”.
Η αντίδραση του Τύπου ήταν απρόσμενα θετική προς το πρόσωπο της Ruth. Οι εφημερίδες την παρουσίασαν ως σύμβολο αξιοπιστίας και επαγγελματισμού, ενώ κατέδειξαν και το πολιτισμικό αποτύπωμα του έργου της. Αντί να βλαφθεί η φήμη της, η επιχείρησή της ενισχύθηκε σημαντικά.
Συνταξιοδότηση και κληρονομιά
Η Ruth Belville συνταξιοδοτήθηκε το 1940 σε ηλικία 86 ετών, κυρίως λόγω των πρακτικών κινδύνων που έθετε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και της μειωμένης ανάγκης για την υπηρεσία της. Η συνταξιοδότησή της σηματοδότησε το τέλος μιας συνεχούς διανομής της ώρας από την οικογένεια Belville για πάνω από έναν αιώνα. Πέθανε στις 7 Δεκεμβρίου 1943, με το αγαπημένο της χρονόμετρο “Arnold”, σύμφωνα με πληροφορίες, δίπλα στο κρεβάτι της. Σε αναγνώριση της μακράς υπηρεσίας της, η Ruth έλαβε σύνταξη από την Worshipful Company of Clockmakers, στην οποία δωρίστηκε μετά το θάνατό της ο “Arnold”. Το χρονόμετρο εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο Επιστημών στο Λονδίνο ως ένα απτό τεχνούργημα αυτού του ασυνήθιστου αλλά ιστορικά σημαντικού επαγγέλματος. Η ζωή της Ruth Belville καταδεικνύει πώς η προσωπική φήμη, η μηχανική ακρίβεια και η επιχειρηματική προσαρμογή επέτρεψαν σε ένα εν πολλοίς αναλογικό επάγγελμα να διατηρηθεί παράλληλα με τις ακμάζουσες τηλεγραφικές και ραδιοτηλεοπτικές τεχνολογίες. Η ιστορία της παραμένει ένα διαχρονικό παράδειγμα της κοινωνικής ιστορίας της χρονομέτρησης στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.
Πηγές
– Royal Museums Greenwich. Who was the Greenwich Time Lady?
– Linda Hall Library. Scientist of the Day – Ruth Belville.
– BBC News (Bell, Bethan). “The woman who sold time – and the man who tried to stop her.”
– Antiquarian Horological Society. How did Arnold get to the Clockmakers’ Museum?
![]()
Τι έχουμε εδώ;
Μια κυρία που λειτουργεί ως delivery girl όχι για καφέ, αλλά για τον ακριβή χρόνο.
Αποστόλη, δεν γνώριζα τίποτα σχετικό.
Με αφορμή την ανάρτησή σου….
Σε μεγάλα εγγλέζικα λιμάνια (Λονδίνο, Λίβερπουλ, Πόρτσμουθ) υπήρχαν οι χρονόμπαλες (time balls) που έπεφταν από υψηλό παρατηρητήριο σε προκαθορισμένη ώρα (συνήθως στις 13:00).
Κατεβασμένη η χρονόμπαλα στο Greenwich
Για τους καπεταναίους που αμελούσαν να παρατηρήσουν τα time balls, υπήρχαν άνθρωποι που έπαιρναν την ώρα από το παρατηρητήριο και την πήγαιναν προσωπικά στα πλοία για να ρυθμιστούν τα εκεί χρονόμετρα.
Αυτό που με παραξενεύει στην περίπτωση της Ruth Belville, δεν είναι η επίθεση που δέχτηκε απ’ την Standard Time Company που μετέδιδε τον ακριβή χρόνο με την τότε σύγχρονη τεχνολογία του τηλέγραφου. Μια επίθεση που υποβάθμιζε την ανθρώπινη παρέμβαση έναντι της τεχνολογίας, ειδικά μάλιστα όταν αυτή εκφραζόταν απ’ το «ασθενές φύλο».
Με εντυπωσιάζει η δημόσια αντίδραση, στις αρχές του 1900, απ’ την εμπορικά δυναμική κοινωνία μιας ανεπτυγμένης επιστημονικά χώρας, υπέρ της Belville.
Η διαμεσολάβηση των ανθρώπων στο χειρισμό των τεχνολογικών προϊόντων, θεωρώ ότι αποτελεί ακόμα χαρακτηριστικό εκείνων των γενεών δεν γεννήθηκαν μέσα στις νέες τεχνολογίες αλλά τις απάντησαν στον δρόμο.
Ακόμα πιάνω τον εαυτό μου να τσεκάρει με χαρτί & μολύβι τα αποτελέσματα που μου παρέχει το excel.
Γιώργο δεν γνώριζα ούτε κι εγώ σχετικά με την Ruth Belville, μέχρι που έπεσα κατά τύχη σε ένα ντοκιμαντέρ της ΕΤ3 με τίτλο: “Χρόνος – Ένα Ταξίδι Χιλιάδων Ετών” όπου αναφέρθηκε το όνομά της και μου κίνησε την περιέργεια.
Στη σελίδα του Αστεροσκοπείου του Greenwich διαβάζουμε ότι η χρονόμπαλά του συνεχίζει να λειτουργεί κάθε μέρα στις 13:00 ανέμου επιτρέποντος.
Όσο για τη δημόσια αντίδραση υπέρ της Belville, στο άρθρο του BBC αναφέρεται ότι η σχετική επίθεση στάθηκε αφορμή να πληροφορηθούν κάποιοι που δεν γνώριζαν για τις υπηρεσίες της Belville. Επιπλέον μετά τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα, έγινε μια κάποιου είδους μόδα να απολαμβάνει κάποιος μια τόσο προσωπική υπηρεσία. Η Belville παραδέχτηκε αργότερα ότι ο Wynne της έκανε μεγάλη διαφήμιση.
Μια άλλη περίπτωση ανθρώπινης διαμεσολάβησης στο θέμα του χρόνου ήταν αυτή των Knocker – Uppers οι οποίοι έναντι μικρής αμοιβής πρόσφεραν υπηρεσίες αφύπνισης στους εργάτες που δεν άντεχαν οικονομικά την αγορά ξυπνητηριού, που έτσι κι αλλιώς δεν ήταν και τόσο αξιόπιστο αρχικά. Η μέθοδος αφύπνισης περιλάμβανε φυσοκάλαμο το οποίο εκτόξευε μπιζέλια στα παράθυρα των πελατών ή μακριές βέργες που χτυπούσαν τα παράθυρα.
Η υπηρεσία των Knocker – Uppers ήταν πολύ δημοφιλής ειδικά στα βιομηχανικά κέντρα και παρόλο που τις δεκατίες 1940 – 1950 άρχιζε να ξεθωριάζει, σε κάποιες περιπτώσεις άντεξε μέχρι τη δεκαετία του 1970. Τι μας λέει ενδεχομένως αυτό; Αφενός υποδηλώνει μια φυσιολογική αδράνεια απέναντι στο νέο, αφετέρου μια επιφύλαξη αλλά ίσως και μια νοσταλγία σε πείσμα των τεχνολογικών εξελίξεων, ειδικά από εκείνους που όπως λες δεν γεννήθηκαν μέσα στις νέες τεχνολογίες, αλλά τις βρήκαν καθ’ οδόν.