Εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές σε έναν φαύλο κύκλο αντιπαραθέσεων, βίας και μετάθεσης ευθυνών
Ο θάνατος της καθηγήτριας Σοφίας Χρηστίδου δεν είναι απλώς μια τραγική είδηση από τη Θεσσαλονίκη. Ανεξάρτητα από το πού θα καταλήξει η έρευνα που διεξάγεται (και εισαγγελική), η συγκεκριμένη υπόθεση είναι μια στιγμή που έφερε στην επιφάνεια μια πραγματικότητα που πολλοί μέσα στα σχολεία γνωρίζουν καλά αλλά σπάνια λέγεται δημόσια: το ελληνικό σχολείο βρίσκεται εδώ και χρόνια σε κατάσταση σιωπηλής σύγκρουσης.
Εκπαιδευτικοί που νιώθουν απροστάτευτοι, γονείς που θεωρούν ότι το σχολείο δεν καταλαβαίνει τα παιδιά τους και μαθητές που μεγαλώνουν σε μια εποχή όπου κάθε μορφή αυθεντίας αμφισβητείται.
Οι ρόλοι μπερδεύονται, οι ευθύνες μεταφέρονται από τη μία πλευρά στην άλλη και το σχολείο μετατρέπεται συχνά σε πεδίο έντασης.
Κάθε νέο περιστατικό βίας, κάθε σύγκρουση μέσα σε μια τάξη, κάθε δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα σε γονείς και εκπαιδευτικούς λειτουργεί σαν μια ακόμη ρωγμή σε ένα ήδη εύθραυστο σύστημα. Και κάθε φορά η συζήτηση ξεκινά με τον ίδιο τρόπο: ποιος φταίει.
Όμως ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος ευθύνεται για κάθε μεμονωμένο περιστατικό. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς φτάσαμε σε ένα σημείο όπου το σχολείο – ένας χώρος που θα έπρεπε να συμβολίζει τη γνώση και τη συνεργασία – μοιάζει όλο και περισσότερο με πεδίο αντιπαράθεσης.
Ένα σχολείο σε διαρκή ένταση
Όσοι εργάζονται στην εκπαίδευση γνωρίζουν ότι το κλίμα στα σχολεία έχει αλλάξει δραματικά την τελευταία δεκαετία. Οι εκπαιδευτικοί μιλούν όλο και συχνότερα για τάξεις που μοιάζουν δύσκολο να ελεγχθούν, για μαθητές που αμφισβητούν ανοιχτά κάθε μορφή κανόνα και για περιστατικά επιθετικής συμπεριφοράς που παλαιότερα θεωρούνταν αδιανόητα.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον λεγόμενο «σχολικό εκφοβισμό» μεταξύ μαθητών. Επεκτείνεται στις σχέσεις μαθητών – καθηγητών, αλλά και στις σχέσεις σχολείου – οικογένειας. Σε αρκετές περιπτώσεις, μια απλή παρατήρηση μέσα στην τάξη μπορεί να εξελιχθεί σε σύγκρουση με γονείς, καταγγελίες σε διευθύνσεις εκπαίδευσης ή ακόμη και δημόσιες αντιπαραθέσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Ο εκπαιδευτικός καλείται να διαχειριστεί ένα περιβάλλον όπου η παιδαγωγική λειτουργία συχνά επισκιάζεται από την ανάγκη διαρκούς διαχείρισης κρίσεων.
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται κάτι βαθύτερο: η κατάρρευση της εμπιστοσύνης. Για δεκαετίες, το ελληνικό σχολείο στηριζόταν σε μια άτυπη συμμαχία μεταξύ οικογένειας και εκπαιδευτικών. Οι γονείς εμπιστεύονταν τον δάσκαλο και ο δάσκαλος θεωρούνταν σύμμαχος στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Σήμερα αυτή η σχέση έχει ραγίσει.
Πολλοί γονείς αντιμετωπίζουν το σχολείο με καχυποψία. Πολλοί εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν τους γονείς με αμυντικότητα. Και οι μαθητές αντιλαμβάνονται ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται συχνά σε σύγκρουση.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κλίμα όπου κανείς δεν εμπιστεύεται πραγματικά κανέναν. Και σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πειθαρχία δεν μπορεί να λειτουργήσει.
Δεν είναι λίγοι οι εκπαιδευτικοί που μιλούν πλέον για μια γενιά μαθητών που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων δεκαετιών. Μια γενιά που ζει μέσα σε έναν ψηφιακό κόσμο όπου η αμφισβήτηση κάθε μορφής αυθεντίας θεωρείται σχεδόν αυτονόητη.
Τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία είναι άπειρη, αλλά τα όρια συχνά είναι ασαφή. Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν τη δημόσια έκθεση, την αντιπαράθεση και την ανάγκη για διαρκή επιβεβαίωση. Το σχολείο καλείται να λειτουργήσει μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, χωρίς όμως να έχει ανανεώσει τα εργαλεία του. Οι κανόνες παραμένουν συχνά παλιοί. Οι κοινωνικές συνθήκες έχουν αλλάξει. Και το χάσμα μεγαλώνει.
Ο εκπαιδευτικός στο στόχαστρο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος του εκπαιδευτικού γίνεται όλο και πιο δύσκολος. Ο δάσκαλος δεν είναι πλέον απλώς ο άνθρωπος που μεταδίδει γνώση.
Πρέπει να είναι ταυτόχρονα παιδαγωγός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός και διαμεσολαβητής συγκρούσεων. Και όλα αυτά σε ένα σύστημα που συχνά δεν του παρέχει ούτε τα μέσα ούτε την υποστήριξη. Οι σχολικοί ψυχολόγοι είναι ελάχιστοι. Οι κοινωνικές υπηρεσίες περιορισμένες.
Οι διευθυντές συχνά εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε αντικρουόμενες πιέσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, ο εκπαιδευτικός αισθάνεται ότι βρίσκεται μόνος απέναντι σε μια σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα που ξεπερνά κατά πολύ τον ρόλο του.
Η μετάθεση ευθυνών
Όταν συμβαίνει ένα σοβαρό περιστατικό στο σχολείο, η δημόσια συζήτηση ακολουθεί σχεδόν πάντα την ίδια διαδρομή.
- Οι εκπαιδευτικοί κατηγορούν την οικογένεια ότι δεν θέτει όρια.
- Οι γονείς κατηγορούν το σχολείο ότι δεν ελέγχει την κατάσταση.
- Οι μαθητές κατηγορούν το σύστημα ότι δεν τους καταλαβαίνει.
Και τελικά οι ευθύνες διαχέονται τόσο πολύ ώστε κανείς δεν αναλαμβάνει πραγματικά το βάρος της αλλαγής. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής ανακύκλωση του προβλήματος.
Κάθε νέο περιστατικό προκαλεί προσωρινή δημόσια αγανάκτηση. Κάθε τραγικό γεγονός ανοίγει μια συζήτηση. Και στη συνέχεια όλα επιστρέφουν στην προηγούμενη κατάσταση.
Το σχολείο ως μικρογραφία της κοινωνίας
Η αλήθεια είναι ότι το πρόβλημα του σχολείου δεν είναι μόνο εκπαιδευτικό. Είναι βαθιά κοινωνικό. Το σχολείο αντανακλά τις αντιφάσεις της κοινωνίας.
Την ένταση, την ανασφάλεια, την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Όταν η κοινωνία γίνεται πιο συγκρουσιακή, το σχολείο δεν μπορεί να παραμείνει ανεπηρέαστο. Οι μαθητές μεταφέρουν στην τάξη τις εντάσεις του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Οι γονείς μεταφέρουν στο σχολείο τη δική τους ανασφάλεια και πίεση. Και οι εκπαιδευτικοί καλούνται να λειτουργήσουν ως «ρυθμιστές» μιας πραγματικότητας που συχνά τους ξεπερνά.
Το λάθος ερώτημα
Ίσως το μεγαλύτερο λάθος της δημόσιας συζήτησης είναι ότι επιμένει να θέτει το λάθος ερώτημα. Δεν είναι το ζήτημα ποιος φταίει κάθε φορά. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί το ελληνικό σχολείο έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου τέτοιες εντάσεις θεωρούνται σχεδόν αναμενόμενες.
- Γιατί οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται απροστάτευτοι.
- Γιατί οι γονείς αισθάνονται ότι δεν ακούγονται.
- Γιατί οι μαθητές αισθάνονται ότι το σχολείο δεν τους αφορά.
Αν δεν απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, κάθε νέα συζήτηση θα οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: περισσότερη ένταση και λιγότερες λύσεις.
Ένα καμπανάκι που δεν πρέπει να αγνοηθεί
Ο θάνατος της Σοφίας Χρηστίδου δεν πρέπει να μετατραπεί σε ένα ακόμη περιστατικό που θα ξεχαστεί μέσα στην καθημερινότητα της επικαιρότητας. Πρέπει να λειτουργήσει ως καμπανάκι. Γιατί αν κάτι δείχνει αυτή η υπόθεση, είναι ότι το ελληνικό σχολείο βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής.
Ή θα επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών – ή θα συνεχίσει να λειτουργεί μέσα σε έναν φαύλο κύκλο συγκρούσεων.
Και τότε ο «πόλεμος των σχολείων» δεν θα είναι απλώς μια δημοσιογραφική μεταφορά. Θα είναι η καθημερινή πραγματικότητα της εκπαίδευσης.
πηγή: topontiki.gr
![]()

Καλησπέρα Διονύση.
Οι εκπαιδευτικοί διώκονται και τρομοκρατούνται, πρώτα απ΄ολα από τον φορέα που υποτίθεται θα τους προστάτευε. Το Υπουργείο Παιδείας και τους κατά τόπους αντιπροσώπους του. Οι Διευθυντές Εκπαίδευσης – συνήθως στελέχη της Ν.Δ. Οι Διευθυντές των Σχολικών μονάδων – ευτυχώς όχι όλοι – έχουν αποκτήσει υπερεξουσίες και είναι καριερίστες. Το Σχολείο τους πρέπει να φαίνεται τέλειο, να έχει άριστα στην αξιολόγηση. Οπότε θάβουν τα πάντα. Στην προκειμένη περίπτωση η Διευθύντρια έκανε αυτό που απαιτείται από το καθηκοντολόγιο – το οποίο συνεχώς μας υπενθυμίζουν;
Σύμφωνα με το νόμο:
1. Οφείλει να διασφαλίζει ασφαλές, δημοκρατικό και συνεργατικό περιβάλλον.
2. Έχει την ευθύνη να προλαμβάνει και να αντιμετωπίζει φαινόμενα εκφοβισμού, είτε μεταξύ μαθητών είτε μεταξύ ενηλίκων.
3. Οφείλει να υποστηρίζει τους εκπαιδευτικούς στο έργο τους και να παρεμβαίνει όταν υπάρχει κίνδυνος για την ψυχική τους υγεία ή την εργασιακή τους ασφάλεια.
4. Είναι υποχρεωμένη να συγκαλεί τον Σύλλογο Διδασκόντων για επίλυση προβλημάτων, λήψη μέτρων και καταγραφή περιστατικών.
Αν η διευθύντρια χαρακτήρισε την εκπαιδευτικό ως «ανίκανη», ενίσχυσε τον εκφοβισμό αντί να τον περιορίσει.
Για τους συναδέλφους του Συλλόγου, φυσικά και υπάρχουν ευθύνες.
Αν οι συνάδελφοι γνώριζαν την κατάσταση και δεν αντέδρασαν, δεν έχουν ηθική ευθύνη; Γιατι δεν αντέδρασαν; Τι φοβήθηκαν;
Η Διεύθυνση είχε την υποχρέωση να προστατεύσει την εκπαιδευτικό, να διερευνήσει τον εκφοβισμό και να ενεργοποιήσει μηχανισμούς στήριξης.
Ο Σύλλογος Διδασκόντων είχε την υποχρέωση να παρέμβει συλλογικά και να μην αφήσει μια συνάδελφο εκτεθειμένη. Αλλά στα περισσότερα σχολεία σύλλογοι είναι κατά κανόνα ένα σύνολο ανθρώπων που υπηρετούν πρώτιστα το ατομικό τους συμφέρον
Στο Open ειδα και τον εκπρόσωπο της ΕΛΜΕ να μασάει τα λόγια του και να μιλάει γενικόλογα. Τι να πει κανείς…
Υπάρχει όμως και το κεφάλαιο των γονέων. Πιστεύω ότι από τη στιγμή που έγινε η καταγγελία από τη συνάδελφο προς το υπουργείο, κάποιοι βισματίες γονείς αποφάσισαν να την αποκεφαλίσουν. Η διευθύντρια και η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας για να αποφύγουν τις κόντρες με τους πολλούς, διάλεξαν να συνταχτούν και να τιμωρήσουν αυτόν που χάλαγε τη σούπα.
Αν η Σοφία ζούσε θα είχε περάσει επιτροπή και θα είχε στιγματιστεί ως ανίκανη και θα ήταν υποψήφια για το Δαφνί…
Κατά τα άλλα …Φωτογραφία από την Ιστοσελίδα του

3ου ΓΕΛ ΘΕΣ/ΚΗΣ
Πρωταρχικό λόγο παίζει η δ/νση του σχολείου και οι κατά τόπους δ/ντες Εκπαίδευσης. Η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού είναι μια πολυ-παραγοντική διαδικασία μέρος της οποίας είναι τα “προσόντα” . Χαρτιά πολλά, και μόρια από δω και μόρια από εκεί, και ξένες γλώσσες και και και , αλλά και αποστασιοποίηση από τις δυσκολίες του άλλου. Πόσες πόρτες δ/ντων είναι ανοικτές στους συναδέλφους? Πόσοι/ες δ/ντες και δ/ντριες προσπαθούν να συνθέσουν σε ένα Σύλλογο διδασκόντων? Πόσοι διευθυντές και διευθύντριες γίνονται “μικρότεροι” ώστε να αμβλύνουν καταστάσεις και να επιλύσουν προβλήματα.
Πόσοι τελικά είναι του φαίνεσθαι και όχι του είναι?