Αθήνα, Σεισμός 5,1R στις 14:13
Η καταγραφή του Γεωδυναμικού

Η Νέα Σμύρνη και το Παλαιό Φάληρο, “χόρεψαν” μεσημεριάτικα.
Οι τηλεφωνικές γραμμές είναι φορτωμένες. Με επανάληψη ανταποκρίνονται.
Το ίδιο και ο σέρβερ του «υλικονετ».
Οι γνωστές οδηγίες, πριν και μετά τον σεισμό.
Να πάνε όλα καλά!
Αλλά και ψυχραιμία, αφού ακριβώς τώρα που κάνω την ανάρτηση, έγινε ένας ακόμα μικρός αλλά αισθητός μετασεισμός.
![]()
Διονύση,
επέλεξα να προβάλω τρία διαφορετικά κυματικά στιγμιότυπα με την συγκεκριμένη σειρά για να αναδείξω το πρόβλημα χειρισμού των φυσικών φαινομένων, όταν πρόκειται να μπουν στην σχολική τάξη.
Επειδή ούτε οι δάσκαλοι, ούτε οι μαθητές είναι εν δυνάμει ερευνητές, σχετικά διερευνητικά εγχειρήματα θα πρέπει να υποστηρίζονται με συγκεκριμένα φαινόμενα που έχουν μεγάλη συνάφεια με τα απλά σχολικά μοντέλα.
Και επειδή τα «κύριε-κύριε» δεν θα μπορέσουν να αποφευχθούν, αφού το διαδίκτυο είναι προσβάσιμο σε όλους, ας επιλέξουμε να συζητήσουμε ποιοτικά τις αποκλίσεις από το σχολικό μοντέλο, αρχικά με περιπτώσεις όπου υπάρχουν επαρκή και ευανάγνωστα δεδομένα. Π.χ. στο σεισμό του 1964 στην Αλάσκα η διαφορετική παραμόρφωση των σιδηροτροχιών μπορεί εύκολα να αποδοθεί στην διαφορετική έδρασή τους. Σε πρώτο πλάνο ακουμπούν σε σαθρά εδάφη δίπλα στον βάλτο και σε δεύτερο πλάνο στην ξύλινη γέφυρα.
Στη συνέχεια, ίσως να μπορεί να σχολιαστεί επαγωγικά και η παραμόρφωση των σιδηροτροχιών στην Γουατεμάλα το 1976.
Παρεμπιπτόντως, ο σεισμός στην Αλάσκα το 1964, είναι ο δεύτερος σε μέγεθος καταγεγραμμένος σεισμός. Η έντασή του άγγιξε τα 9,2 R !
Συγνώμη για την επιμονή μου αλλά αν διατυπώσουμε με σαφήνεια κατάλληλες παραδοχές, ακόμη και απλοϊκες, οι μαθητές μας μπορούν εφαρμόζοντας σωστά τους νόμους της Φυσικής να καταλήξουν σε συμπεράσματα από τα οποία θα κριθεί και η ποιότητα των παραδοχών μας. Δε χρειάζεται οι δάσκαλοι ούτε οι μαθητές να είναι ερευνητές. Πρόκειται απλώς για μια πρακτική που όλοι εφαρμόζουμε υποσυνείδητα συνεχώς. Ας την καλλιεργήσουμε λοιπόν συνειδητά και νοικοκυρεμένα.
Το όφελος για τους μαθητές μας θα είναι η εξάσκησή τους (α) στην εφαρμογή των νόμων της Φυσικής και (β) στη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας, μέσω της σύγκρουσης των συμπερασμάτων τους με τα ξεροκέφαλα γεγονότα. Δεν είναι απαραίτητο οι παραδοχές μας να είναι σωστές. Αρκεί η μέθοδός τους να είναι. Κι αυτή θα τους πει πόσο σωστές είναι οι παραδοχές μας.
Επίσης δεν είναι απαραίτητο από την αρχή να εξηγήσουμε τα πάντα (αναφέρομαι στο ερώτημα: "Γιατί έχει παραμορφωθεί μόνο σε ένα σημείο η τροχιά;"). Ας απαντάμε σε ένα ερώτημα κάθε φορά.
Ανδρέα,
θα σε παρακαλέσω να επιμείνεις ακόμα λίγο, αφού προτείνεις κάτι που βρίσκεται έξω απ’ την τρέχουσα διδακτική εμπειρία. Που μπορεί να φτάσει ο έλεγχος των υποθέσεων στα προβλήματα της Φυσικής;
Αν π.χ. οι σχολικές θεωρίες βρίσκονται σε ασυμφωνία με τα δεδομένα του προβλήματος ποια θα είναι τα συμπεράσματα;
Θα πρέπει να θεωρηθούν οι σχολικές θεωρίες ανεπαρκείς;
Θα πρέπει να αμφισβητηθούν τα δεδομένα;
Πώς συνεχίζουμε τους συλλογισμούς μας σε κάθε περίπτωση;
Κινδυνεύουμε, αν η δυσκολία είναι μεγάλη να χάσουμε το ενδιαφέρον μας για το πρόβλημα;
Σχετικά, με την διδασκαλία των σεισμών, πέραν από τα μέτρα προστασίας και προσομοιώσεις σεισμών με απλά υλικά ή προτάσεις για κατασκευή απλών σεισμογράφων, ιδού μια πρόταση για μεγάλους μαθητές.
Πολύ πρωινή κυριακάτικη, καλοκαιρινή καλημέρα!
Δε νομίζω ότι, ό,τι προτείνω “βρίσκεται έξω απ’ την τρέχουσα διδακτική εμπειρία”. Νομίζω απλώς ότι διαφωτίζει αυτή την εμπειρία.
Ας δούμε ένα σχετικό παράδειγμα (πρόκειται για μια από τις πρώτες λυμένες ασκήσεις του σχολικού βιβλίου Φυσικής Α’ Λυκείου):
“Δύο αυτοκίνητα Α, Β κινούνται ευθύγραμμα και ομαλά σε ένα τμήμα της εθνικής οδού Πατρών – Πύργου με ταχύτητες 80 km/h και 100 km/h αντίστοιχα. Κάποια χρονική στιγμή το αυτοκίνητο Β απέχει από το προπορευόμενο αυτοκίνητο Α 100m και στη συνέχεια το προσπερνά. Μετά από πόσο χρόνο τα αυτοκίνητα θα απέχουν πάλι 100m;”
Σ’ αυτή την άσκηση επιβάλλεται από την εκφώνηση μια παραδοχή (τα αυτοκίνητα κινούνται ευθύγραμμα και ομαλά) αλλά γνωρίζουμε ότι, για να μπορέσουμε να δώσουμε μια απάντηση, θα πρέπει να κάνουμε τουλάχιστον μια επιπλέον παραδοχή, δηλαδή ότι τα αυτοκίνητα είναι υλικά σημεία. Ακόμη κι αν πρόκειται για διπλές νταλίκες (περίπου 20 m η καθεμία – συγκρίσιμο μήκος με τη απόσταση μεταξύ τους, 100 m)!
Σ’ αυτή την περίπτωση ωστόσο από το αποτέλεσμα των υπολογισμών μας δε μπορούμε να ελέγξουμε την ορθότητα των παραδοχών μας, διότι δε διαθέτουμε οποιαδήποτε σχετικό δεδομένο, δηλαδή μια πραγματική μέτρηση του χρόνου μετά από τον οποίο “τα αυτοκίνητα θα απέχουν πάλι 100m”. Παραμένει λοιπόν μετέωρο το ερώτημα αν οι παραδοχές μας είναι εύλογες ή όχι.
Όμως στην περίπτωση των παραμορφωμένων από το σεισμό σιδηροτροχιών, διατυπώνοντας δύο παραδοχές και εφαρμόζοντας σωστά τη Φυσική, καταλήξαμε στον υπολογισμό της συχνότητας των σεισμικών κυμάτων και αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να συγκριθεί με μετρήσεις που ήδη έχουν γίνει. Στην περίπτωση λοιπόν που υπάρχει διαφωνία μεταξύ του αποτελέσματός μας και των υπαρχουσών μετρήσεων, τόσο το χειρότερο όχι για τη Φυσική ή για τις μετρήσεις αλλά για τις παραδοχές μας. (Μόλις σκέφτηκα ότι για τον υπολογισμό μας έχουμε κάνει μια επιπλέον παραδοχή: Τα σεισμικά κύματα που παραμόρφωσαν τις σιδηροτροχιές δεν ήταν τόσο ισχυρά ώστε να μεταβάλλουν τις ιδιότητες του μέσου στο οποίο διαδίδονταν. (Σχολικό βιβλίο Φυσικής Γ’ Λυκείου)).
Ομοίως στον υπολογισμό της ταχύτητας της διάδοσης των σεισμικών κυμάτων που παρουσιάσε ο Ανδρέας Ρ., διαθέτοντας μετρηθείσες τιμές αυτής της ταχύτητας, μπορούμε να ελέγξουμε την ορθότητα των εξής παραδοχών μας: Η Μαγούλα, το Σύνταγμα και η Αγία Παρασκευή βρίσκονται περίπου στην ίδια ευθεία, τα κύματα διαδόθηκαν μόνο σε ένα και μάλιστα ομογενές μέσο και βεβαίως τα κύματα δεν ήταν τόσο ισχυρά ώστε να μεταβάλλουν τις ιδιότητες του μέσου στο οποίο διαδίδονται.
Προσοχή: Αν και οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ των υπολογισμών μας και υπαρχουσών τιμών σημαίνει ότι υπάρχει λάθος στις παραδοχές μας, η συμφωνία μεταξύ τους δε σημαίνει με βεβαιότητα ότι οι παραδοχές μας είναι σωστές. Απαιτείται επιπλέον έρευνα. Π.χ. όπως ανέφερε ο Γιώργος Φ., η Μαγούλα, το Σύνταγμα και η Αγία Παρασκευή όντως βρίσκονται περίπου πάνω στην ίδια ευθεία.
Νομίζω λοιπόν ότι μια τέτοια διαπραγμάτευση δεν απέχει πολύ από την τρέχουσα διδακτική εμπειρία απλώς την οριοθετεί (όπως στην Άσκηση τη Α’ Λυκείου που ανέφερα) και κατόπιν την εμπλουτίζει (όπως στους δύο υπολογισμούς στα σεισμικά κύματα και τη σύγκρισή τους με μετρηθείσες τιμές).
μια προχωρημένη καληνύχτα Ανδρέα
Θα δείξει ότι κατάλαβα, αν μπορέσω να κατασκευάσω διδακτικό υλικό που ελέγχει με τρόπο πειστικό τις παραδοχές που απαιτούνται για να εφαρμοστούν οι νόμοι της σχολικής επιστήμης σε φυσικά περιβάλλοντα.
Ευχαριστώ για τις επανειλημμένες διευκρινίσεις.
Αποσπάσματα από παλαιό άρθρο του Βαγγέλη Σπυράκη, που επικαιροποιούν τα ΜΜΕ και υπενθυμίζει την δημόσια διαχείριση σεισμικών μοντέλων και την δυνατότητα βραχύχρονων προβλέψεων μοντέλων
πρόβλεψη σεισμών
Πολλοί σεισμολόγοι λένε ότι ένας σεισμός δεν μπορεί ποτέ να προβλεφθεί επειδή ο φλοιός της γης είναι ετερογενής. Οποιοσδήποτε μικρός σεισμός μπορεί να εξελιχθεί σε μεγάλο γεγονός. Το κατά πόσον ένας μικρός σεισμός εξελίσσεται σε μεγάλο ή φθίνει σε ένταση εξαρτάται από μυριάδες λεπτομέρειες.
Φαίνεται πάντως ότι σιγά σιγά η επιστήμη προχωρά και τα τεράστια ποσά (άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων) που έχουν δαπανηθεί σε εξοπλισμό για τη μελέτη των ρηγμάτων στην Καλιφόρνια και την Ιαπωνία (λιγότερα στην Ελλάδα) θα βοηθήσουν ώστε οι επιστήμονες να μπορούν κάποτε να προειδοποιήσουν ότι έρχεται σεισμός. Το καλύτερο που μπορούν να κάνουν οι σεισμολόγοι είναι να προσδιορίσουν την πιθανότητα να ξαναγίνει ένας σεισμός σε περιοχές οι οποίες έχουν ήδη πληγεί. Οι πιθανότητες αυτές κυμαίνονται συνήθως σε διάστημα 10 ως 30 ετών. Και οι σχετικές προβλέψεις είναι χρήσιμες για να επιλέγονται οι τοποθεσίες όπου κτίζονται φράγματα, δρόμοι και ενεργειακοί σταθμοί σε σεισμογενείς περιοχές, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώπους που μένουν σε τέτοιες περιοχές.
το ΒΑΝ
Η πρόβλεψη πάντως των σεισμών έχει μια μακρά ιστορία, που περιλαμβάνει καλές ιδέες οι οποίες απέτυχαν, απογοητευτικά πειράματα και έναν ανεξάντλητο κατάλογο αντιεπιστημονικών ισχυρισμών.
Ας γυρίσουμε όμως το χρόνο πίσω στο 1981, που τα πράγματα για την πρόβλεψη ενός σεισμού έδειχναν πως θα βελτιώνονταν αισθητά στον συγκεκριμένο τομέα. Αφορμή στάθηκε ο σεισμός στις Αλκυονίδες νήσους που οι μετασεισμική ακολουθία διάρκεσε 10 ολόκληρες ημέρες (24 Φεβρουαρίου- 4 Μαρτίου) και ήταν μεγέθους έως και 6.7 της κλίμακας Ρίχτερ, οι επιστήμονες Παναγιώτης Βαρώτσος, Καίσαρ Αλεξόπουλος και Κωνσταντίνος Νομικός παρουσίασαν στο Όσλο τη μέθοδο “BAN”, η οποία πήρε το όνομά της από τ’ αρχικά των επιθέτων τους.
Το ΒΑΝ- το οποίο εξελίχθηκε από τότε σε μεγάλο βαθμό- αποτελούσε μια πειραματική μέθοδο για την πρόγνωση των σεισμών, η οποία βασιζόταν κυρίως στην ανίχνευση των σεισμικών ηλεκτρικών σημάτων (SES, Seismic Electric Signals) και στηριζόταν στις (θεωρητικές) εργασίες των Βαρώτσου και Αλεξόπουλου στις μεταβολές της πόλωσης των κρυστάλλων που υποβάλλονται σε μεταβολές θερμοκρασίας ή πίεσης παρουσία ηλεκτρικού πεδίου.
Οι εμπνευστές του ΒΑΝ, διατείνονταν πως οι σεισμοί στη χώρα μας (και όχι μόνο) μπορούσαν να προβλεφθούν με απόλυτη επιτυχία, καθώς καταγράφονταν «σήματα» περίπου 7 ώρες νωρίτερα που προειδοποιούσαν για το τι θ’ ακολουθήσει.
Το κλίμα αισιοδοξίας της παγκόσμιας κοινής γνώμης σύντομα άρχισε να γιγαντώνεται, ωστόσο εντός των «τειχών» η μέθοδος συνάντησε τεράστιες αντιδράσεις, με «πρωτεργάτες» τους Γ. Παπαζάχο, Ι. Δρακόπουλο και Γ. Σταυρακάκη.
Ένα από τα βασικά σημεία αντίθεσης ως προς την μέθοδο ΒΑΝ είχε να κάνει με τον τρόπο που αποδεικνύονταν οι έγκυρες και έγκαιρες προβλέψεις της ομάδας: οι Βαρώτσος, Αλεξόπουλος και Νομικός παρουσίαζαν τα τηλεγραφήματα που είχαν ανταλλάξει πριν συμβεί ένας σεισμός, χωρίς να έχει «κυκλοφορήσει» κάποιο εξ αυτών εκτός της ερευνητικής ομάδας, παρά μονάχα αφότου είχε συμβεί το οτιδήποτε.
Το δεύτερο, αφορούσε την εκτίμηση πως τα ηλεκτρικά σήματα δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από θόρυβο ή παραπλανητική ηλεκτρομαγνητική δραστηριότητα, η οποία ουδεμία σχέση έχει με την σεισμική δραστηριότητα.
Οι τόνοι ανάμεσα στις δύο «αντιμαχόμενες» πλευρές ανέβηκαν επικίνδυνα τον Δεκέμβριο του 1981. Τότε, με τον φονικό σεισμό στη Λέσβο (7.2 Ρίχτερ), οι μεν ισχυρίζονταν ότι τον είχαν προβλέψει, οι δε αρνούνταν κατηγορηματικά ότι υπήρχε πρόβλεψη, με το Υπουργείο Δημοσίων Έργων να τάσσεται στο πλευρό των δεύτερων.
Το 1989, ωστόσο, μετά τον σεισμό 5.9 R στην Ηλεία η επιτυχία του ΒΑΝ επιβεβαιώθηκε από επίσημα χείλη, μιας και το ΥΠΕΧΩΔΕ αναγνώρισε το γεγονός πως πράγματι είχε προβλεφθεί.
Η κατάσταση «επιδεινώθηκε» την δεκαετία του 1990 με τα δυο «στρατόπεδα» να συνεχίσουν να μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως, με το όλο σκηνικό να θυμίζει ριάλιτι, καθώς πολλές εκπομπές μυρίστηκαν τηλεοπτικό «αίμα» και φρόντισαν ν’ αναπαράγουν και ν’ ανακυκλώνουν το θέμα.
μοντέλα vs πολυπλοκότητα – επιστημολογία & πολιτική
Η ομάδα ΒΑΝ με αφορμή τον πρόσφατο σεισμό, δεν παρενέβη στην δημόσια συζήτηση. Δεν γνωρίζουμε αν συνεχίζει να είναι το ίδιο ενεργή όσο παλαιότερα. Το γενικό πλαίσιο της αντίθεσης αφορούσε στην αδυναμία απλά σεισμικά μοντέλα να παράγουν χρηστικές προβλέψεις λόγω της διαφορετικής συμπεριφοράς των πετρωμάτων, επιφανειακών αλλά και βαθύτερων.
Στην πρόσφατη δημόσια διαχείριση οι αντιθέσεις εστίασαν στο … επιστημολογικό πεδίο. Ποιοι δηλαδή είναι πλέον κατάλληλοι για την διαχείριση του ΟΑΣΠ, οι γεωλόγοι, οι γεωφυσικοί ή οι διαχειριστές φυσικών καταστροφών και μάλιστα σε περίοδο αλλαγών στην Δημόσια Διοίκηση.
[…] προηγούμενη παρέμβασή μου (Αθήνα, 14:13, Σεισμός 5,1R) διατύπωσα την αντίρρησή μου απέναντι σ’ αυτή την […]