
Η ιδέα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ποδοσφαίρου γεννήθηκε το 1927 από τον Γάλλο Ανρί Ντελονέ. Χρειάστηκε, όμως, να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να πάρει σάρκα και οστά, καθώς… θυσιάστηκε στον βωμό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το πρώτο Κύπελλο Εθνών Ευρώπης πραγματοποιήθηκε το 1960 στη Γαλλία, προς τιμήν του εμπνευστή του, και το κατέκτησε η Σοβιετική Ένωση του θρυλικού Λεβ Γιασίν, ενώ στα αξιοπρόσεκτα είναι ο αποκλεισμός της Ισπανίας καθώς ο δικτάτορας Φράνκο στάθηκε… εμπόδιο στους αγώνες των «Φούριας Ρόχας» με τους Σοβιετικούς.
Τέσσερα χρόνια μετά, ο στρατηγός αντιλήφθηκε τα πολιτικά οφέλη που θα είχε εκμεταλλευόμενος το λαοφιλέστερο άθλημα και όχι μόνο επέτρεψε στην Εθνική του να αγωνιστεί με τους «κομμουνιστές» αλλά ανέλαβε τη διεξαγωγή του τουρνουά, με την Ισπανία να το κατακτά μέσα σε ένα τοπίο καχυποψίας και διαιτητικής εύνοιας και ο ίδιος να παρουσιάζεται ως ο απόλυτος «εμπνευστής» για την Εθνική.
Το 1972 πρωταθλήτρια αναδείχθηκε η πιο χαρισματική Εθνική που ανέδειξε ποτέ το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, η Δυτική Γερμανία των Μπεκενμπάουερ, Νέτσερ, και Μίλερ. Το Euro 1976 ήταν το τουρνουά που έμεινε για πάντα στη μνήμη των θεατών για το πέναλτι του Πανένκα, του ξεχωριστού Τσεχοσλοβάκου ποδοσφαιριστή, που διαμόρφωσε το τελικό 5-3 της Εθνικής του κόντρα στη Δυτική Γερμανία και έγραψε ιστορία με τον ξεχωριστό τρόπο εκτέλεσης της «εσχάτης των ποινών». Το 1980, στην Ιταλία, καταγράφεται η πρώτη συμμετοχή της Εθνικής Ελλάδας σε τελικά Ευρωπαϊκού, με το συγκρότημα του Αλκέτα Παναγούλια να παρουσιάζει ένα αξιοπρεπές πρόσωπο, ενώ ήταν η μόνη ομάδα που κατάφερε να σταματήσει τη Δυτική Γερμανία (0-0).
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το άστρο του Πλατινί έλαμψε οδηγώντας τη Γαλλία στην πρώτη της κατάκτηση και σε ένα τουρνουά που θεωρείται ίσως το καλύτερο όλων των εποχών, ενώ το 1988 ήταν η σειρά της θρυλικής Ολλανδίας των Φαν Μπάστεν και Γκούλιτ να φορέσει το στέμμα της. Το 1992 η Σουηδία φιλοξένησε τη διοργάνωση και είδε τη… γειτόνισσά της, τη Δανία των Λάρσεν και Λάουντρουπ, να ζει το δικό της παραμύθι!
Το Euro 1996 διεξήχθη στην Αγγλία αλλά βάφτηκε με τα χρώματα των «πάντσερ», με το «χρυσό γκολ» του Μπίρχοφ, ενώ το 2000 ήταν το έτος του Ζινεντίν Ζιντάν, που οδήγησε τους «τρικολόρ» στον δεύτερό τους τίτλο. Το 2008 ήταν που ξεκίνησε η… παντοκρατορία της Ισπανίας, μιας μαγικής ομάδας που έκανε το back to back το 2012, ενώ, τέσσερα χρόνια αργότερα, την κατάκτηση του πρωταθλήματος πανηγύρισε η Πορτογαλία, που πέτυχε, 12 χρόνια μετά, αυτό που της στέρησε η Εθνική Ελλάδας το 2004.
Κουβέντα για μπάλα και όχι μόνο… αναζητώντας τις ισορροπίες που χάσαμε
![]()
«Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε. Περνά η μεγάλη κυρία των γηπέδων (αυτή η πραγματική κυρία κι όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών), περνά ο Μεγάλος ΑΓΙΑΞ!

Όσοι αγαπήσαμε με τη φλόγα του έφηβου ερωτευμένου αυτή την υπεργήινη BELLA DONA δεν μπορούμε πια να την ξεχάσουμε. Δεν κράτησε πολύ η αστραποβολή της. Γιατί όλα τα καταυγαστικά όνειρα δεν κρατούν πολύ. Γιατί όλες οι πρωτοπορίες που ανατρέπουν τα γερασμένα κατεστημένα και τις χρυσές μετριότητες, περνούν σαν αστραπή, αλλά όσοι δουν τη λάμψη τους δεν την ξεχνούν ποτέ. Γιατί μία επανάσταση δεν έχει κατά κανόνα άξιους επιγόνους. Δεν απέκτησε -λένε- πολλούς τίτλους ή διεθνείς διακρίσεις όσοι μετρούν τις αξίες με συσσωρευμένα μετάλλια και μπακάλικες προδιαγραφές. Δεν είχε -λένε- συνεχιστές. Μα μήπως κληρονομείται η ιδιοφυϊα; Ό,τι υπήρξε πριν τον Άγιαξ -το συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά- υπήρξε η προϊστορία του ποδοσφαίρου. Μετά τον Άγιαξ φάνηκε πως υποχρεωτικά πια άνοιγε η ιστορία. Δεν άνοιξε. Άνοιξε το αλισβερίσι των συστημάτων, της κυριαρχίας του κόουτς-σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωναρίων. Το θέαμα συνεχίζεται, συναρπαστικό -πάντα η πάλη για τη νίκη είναι συναρπαστική-, εντυπωσιακό αλλά χωρίς το νακ. Αυτό το νακ που άστραψε πριν δέκα χρόνια σαν μετέωρο κι έσβησε πρόωρα, αφού διέγραψε την εκτυφλωτική τροχιά του. Έσβησε. Γιατί τα παιδιά του έκαναν φύλλα φτερά. Το διεθνές ποδόσφαιρικό δουλεμπόριο μοίρασε το δεμάτι σε χωριστά καλάμια. Ένα εδώ, ένα εκεί. Και τα καλάμια μόνα τους στους αφιλόξενους κάμπους, λύγισαν κι έσπασαν. Γιατί μόνο το δεμάτι ήταν η ποίηση. Και αυτή χάθηκε για πάντα από τα γήπεδα. «Χορταίνουμε» μπάλα τώρα κάθε Κυριακή και Τετάρτες. Συγκινούμαστε, ενθουσιαζόμαστε πάλι, παρασυρόμαστε πού και πού, θαυμάζουμε τους καινούργιους γκολτζήδες. Αλλά η υπέροχη γοητεία πια δεν υπάρχει. Την πήραν μαζί τους κι έφυγε, όπως φεύγουν όλα τα μοναδικά και ανεπανάληπτα, οι εκθαμβωτικοί Ολλανδοί. Τώρα βασιλεύει η δυναστεία των συστημάτων, τα γκολ που μετρούν εντός και εκτός, οι υπολογισμοί και τα τεφτέρια. Θα μας θυμίσει άραγε κάποιος καμιά φορά πάλι πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πια απλώς τεχνική, δεν είναι πια απλώς δύναμη, δεν είναι άθροισμα από εξωνημένες βεντέτες; Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίνσκι της δεκαετίας του ’70; Βίβα, για πάντα, ΑΓΙΑΞ».

Μανόλης Αναγνωστάκης, 28 Οκτωβρίου 1984, με υπογραφή «Αλ. Καμής», παραπομπή στο Γάλλο συγγραφέα Αλμπέρ Καμί, που υπήρξε ο ίδιος ποδοσφαιριστής, και ύμνησε την ομορφιά και τη λαϊκότητα του ποδοσφαίρου.