web analytics

Euro 2020-21 με καθυστέρηση ενός χρόνου

Η ιδέα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ποδοσφαίρου γεννήθηκε το 1927 από τον Γάλλο Ανρί Ντελονέ. Χρειάστηκε, όμως, να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να πάρει σάρκα και οστά, καθώς… θυσιάστηκε στον βωμό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το πρώτο Κύπελλο Εθνών Ευρώπης πραγματοποιήθηκε το 1960 στη Γαλλία, προς τιμήν του εμπνευστή του, και το κατέκτησε η Σοβιετική Ένωση του θρυλικού Λεβ Γιασίν, ενώ στα αξιοπρόσεκτα είναι ο αποκλεισμός της Ισπανίας καθώς ο δικτάτορας Φράνκο στάθηκε… εμπόδιο στους αγώνες των «Φούριας Ρόχας» με τους Σοβιετικούς.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο στρατηγός αντιλήφθηκε τα πολιτικά οφέλη που θα είχε εκμεταλλευόμενος το λαοφιλέστερο άθλημα και όχι μόνο επέτρεψε στην Εθνική του να αγωνιστεί με τους «κομμουνιστές» αλλά ανέλαβε τη διεξαγωγή του τουρνουά, με την Ισπανία να το κατακτά μέσα σε ένα τοπίο καχυποψίας και διαιτητικής εύνοιας και ο ίδιος να παρουσιάζεται ως ο απόλυτος «εμπνευστής» για την Εθνική.

Το 1972 πρωταθλήτρια αναδείχθηκε η πιο χαρισματική Εθνική που ανέδειξε ποτέ το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, η Δυτική Γερμανία των Μπεκενμπάουερ, Νέτσερ, και Μίλερ. Το Euro 1976 ήταν το τουρνουά που έμεινε για πάντα στη μνήμη των θεατών για το πέναλτι του Πανένκα, του ξεχωριστού Τσεχοσλοβάκου ποδοσφαιριστή, που διαμόρφωσε το τελικό 5-3 της Εθνικής του κόντρα στη Δυτική Γερμανία και έγραψε ιστορία με τον ξεχωριστό τρόπο εκτέλεσης της «εσχάτης των ποινών». Το 1980, στην Ιταλία, καταγράφεται η πρώτη συμμετοχή της Εθνικής Ελλάδας σε τελικά Ευρωπαϊκού, με το συγκρότημα του Αλκέτα Παναγούλια να παρουσιάζει ένα αξιοπρεπές πρόσωπο, ενώ ήταν η μόνη ομάδα που κατάφερε να σταματήσει τη Δυτική Γερμανία (0-0).

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το άστρο του Πλατινί έλαμψε οδηγώντας τη Γαλλία στην πρώτη της κατάκτηση και σε ένα τουρνουά που θεωρείται ίσως το καλύτερο όλων των εποχών, ενώ το 1988 ήταν η σειρά της θρυλικής Ολλανδίας των Φαν Μπάστεν και Γκούλιτ να φορέσει το στέμμα της. Το 1992 η Σουηδία φιλοξένησε τη διοργάνωση και είδε τη… γειτόνισσά της, τη Δανία των Λάρσεν και Λάουντρουπ, να ζει το δικό της παραμύθι!

Το Euro 1996 διεξήχθη στην Αγγλία αλλά βάφτηκε με τα χρώματα των «πάντσερ», με το «χρυσό γκολ» του Μπίρχοφ, ενώ το 2000 ήταν το έτος του Ζινεντίν Ζιντάν, που οδήγησε τους «τρικολόρ» στον δεύτερό τους τίτλο. Το 2008 ήταν που ξεκίνησε η… παντοκρατορία της Ισπανίας, μιας μαγικής ομάδας που έκανε το back to back το 2012, ενώ, τέσσερα χρόνια αργότερα, την κατάκτηση του πρωταθλήματος πανηγύρισε η Πορτογαλία, που πέτυχε, 12 χρόνια μετά, αυτό που της στέρησε η Εθνική Ελλάδας το 2004.

Πηγή

Κουβέντα για μπάλα και όχι μόνο… αναζητώντας τις ισορροπίες που χάσαμε

Loading

Subscribe
Ειδοποίηση για
61 Σχόλια
Inline Feedbacks
Όλα τα σχόλια
Γιάννης Κυριακόπουλος
Αρχισυντάκτης

Καλημέρα Κωνσταντίνε.
Μου κάνει εντύπωση όταν ένας πολύ νεώτερος έχει δει ταινία (Δυο ξένοι στην ίδια πόλη) που παίχτηκε όταν ήμουν έφηβος.

Όταν γυρίζονταν “Οι Διαρρήκτες” του Βερνέιγ με τους Μπελμοντό-Σαρίφ χρειάζονταν κομπάρσους. Χρησιμοποίησαν μαθητές, μεταξύ αυτών και παιδιά της Ιωνιδείου. Παρακολουθούσαν υποτίθεται δημοτικούς χορούς αλλά όταν πέρασαν τα αυτοκίνητα ανένηκαν στην τελευταία κερκίδα του Βεάκειου (τότε Σκυλίτσειου) για να τα δουν. Ξάδελφός μου μεταξύ των παιδιών αυτών.

Γιάννης Κυριακόπουλος
Αρχισυντάκτης

Καλημέρα Ξενοφώντα.
Ήταν ο καλύτερος Γιάννης Αγιάννης επίσης.
Πρωταγωνιστής και στο “Πεπέ λε μοκό”. Το σχετικά άγνωστο αυτό φιλμ είχε δύο ρημέηκ. Το “Αλγέρι” και το “Κάσμπα”.

Κωνσταντίνος Καβαλλιεράτος

Γεια σου Γιάννη.Εχω δει τις περισσοτερες καλες παλιες ταινιες.Δεν παιζει ρολο η ηλικια. Και εσυ φανταζομαι εχεις δει Χαμφρευ Μπογκαρντ που οταν επαιζε με την Καθριν Χεπμπορν στο βασιλισσα της Αφρικης λογικα δεν ειχες γεννηθει. Εχω δει Μπογκαρτ,Καρυ Γκραντ,Γκρεγκορυ Πεκ,Τζειμς Στιουαρτ,Τζακ Λεμον Γκρευς Κελλυ κλπ και Γκρετα Γκαρμπο που οταν επαιζε ,ο πατερας μου δεν ειχε γεννηθει. Το κυνηγητο με το φιατ και το οπελ με Μπελμοντό-Σαρίφ ειναι το πιο ωραιο κυνηγητο που εχω δει στο σινεμα και κραταει και δεκα λεπτα!

Ξενοφών Στεργιάδης

Καλό απόγευμα, Γιάννη ήταν από τους ηθοποιούς που δεν μπορείς να ξεχάσεις.

Γιάννης Κυριακόπουλος
Αρχισυντάκτης

Καλό απόγευμα Ξενοφώντα.

Γιάννης Κυριακόπουλος
Αρχισυντάκτης

Κωνσταντίνε η διαφορά ηλικίας επηρεάζει στο ότι κάποια στιγμή άλλαξε το σύστημα διανομής ταινιών.
Εμείς ως έφηβοι βλέπαμε την ίδια εποχή Αμερικάνικα, Γαλλικά, Αγγλικά, Ιταλικά και διεθνείς συμπαραγωγές (της μόδας τότε). Έτσι μας ήταν γνωστοί οι πρωταγωνιστές της Ευρώπης. Ακόμα και τριτοκλασάτοι όπως Άντονυ Στέφεν, Τόμας Μίλιαν και Φερνάντο Σάντσο.
Οι θερινοί έπαιζαν μόνο επαναλήψεις, έτσι βλέπαμε “Στη σκιά των 4 γιγάντων” και συνεπώς τον Κάρυ Γκραντ. Κάποιες φορές και τους Έντουαρντ Ρόμπινσον, Πήτερ Λώρε, Σιμόν Σινιορέ, Φερναντέλ, Μπουρβίλ, Κουρτ Γιούγκερνς, Τέρυ Τόμας. Όλους αυτούς σε ταινίες που γυρίστηκαν πριν γεννηθώ.

Κάποια στιγμή περιορίστηκαν και οι επαναλήψεις και οι Ευρωπαϊκές ταινίες.

Κωνσταντίνος Καβαλλιεράτος

Εχεις δικιο.Εγω εχω δει ολες αυτες τις ταινιες καταβασμενες απο ιντερνετ.Και καμια φορα σε θερινο σινεμα οπου φερνουν καποια παλια και τα κυνηγαω. Ειδα περυσι στην Βουλιαγμενη το Λα πισιν του Ζακ Νταιρε με Αλαιν Νταιλον Ρομυ Σναιντερ καταπληκτικο θριλερ.Επισης στο σινε Θησειο φερνει καλες.

Βασίλειος Παππάς
11/07/2021 7:34 ΜΜ

Paolo Solier – Perugia (1974-76) – Στα “πέτρινα” χρόνια της Ιταλίας

solier.jpg
Γιάννης Κυριακόπουλος
Αρχισυντάκτης

Το Θησείο και ο Ζέφυρος.

Γιώργος Φασουλόπουλος
Αρχισυντάκτης

ποδοσφαιρικό σχόλιο σε σινεφίλ τόνο

comment image

αλλά, και αναφορές σε θερινά διαβάσματα,
όταν τα καλοκαίρια δεν είχαν αιρκοντίσιον

Γιώργος Φασουλόπουλος
Αρχισυντάκτης

στην οδό Galileo Galilei

μετά τον χθεσινό τελικό

Διονύσης Μάργαρης
Αρχισυντάκτης
12/07/2021 8:18 ΜΜ

Συνήθως το παιδί ακολουθεί τα …χνάρια του πατέρα.
Έχουμε αντιστροφή στην επίδραση;

Γιώργος Φασουλόπουλος
Αρχισυντάκτης
Απάντηση σε  Διονύσης Μάργαρης

τα εν οίκω
για όλους έρχονται αυτοί οι καιροί

τα εν δήμω
λες για τον πατέρα του συνοδηγού που τον καμαρώνει … σημαιοφόρο;

Διονύσης Μάργαρης
Αρχισυντάκτης
20/07/2021 7:37 ΠΜ

Το «πόλις εναντίον πόλεως» των αρχαίων έγινε έθνος εναντίον έθνους ή, σπανιότερα, τάξη κατά τάξης και ιδεολογία κατά ιδεολογίας.
Παρά τα γλωσσικά γονίδιά μας, δεν φαίνεται πιθανό ότι την ώρα που παρακολουθούμε ένα αθλητικό παιχνίδι θυμόμαστε πως η «αγωνία» μας είχε κάποτε τη σημασία του «αγώνα», της άμιλλας για τη νίκη.
Κι αν πλέον δηλώνει τη στενοχώρια και το άγχος, θα ευθύνονται ίσως τα αισθήματα που μας κυριεύουν όταν βλέπουμε άλλους να αθλούνται ανθ’ ημών και υπέρ ημών. Τα αισθήματα αυτά σπανίως είναι αμιγούς αθλητικού χαρακτήρα.
Πολύ συχνά προσλαμβάνουν εθνικά γνωρίσματα, ιδίως σε διοργανώσεις όπως οι Ολυμπιακοί, το Γιούρο, το Μουντομπάσκετ κ.ο.κ. Το «πόλις εναντίον πόλεως» των αρχαίων έγινε έθνος εναντίον έθνους ή, σπανιότερα, τάξη κατά τάξης και ιδεολογία κατά ιδεολογίας.
Ανάμεσα στην ποίηση και στην αθλητικογραφία ο δανεισμός μοτίβων και λέξεων είναι αμφίπλευρος. Η «γλώσσα του ποδοσφαίρου», όπως συμβατικά αποκαλείται, αντλεί και προσοικειώνεται στοιχεία από τις γλώσσες ή τα ιδιόλεκτα διαφόρων τεχνών.
Η εξήγηση φαίνεται απλή. Οσο εκτυλίσσονται οι φάσεις πάνω στο χορτάρι, όσο δηλαδή πόδια και νους συνεργάζονται για να αναδείξουν τη δική τους, ιδιαίτερη τέχνη, αναδεικνύονται και πτυχές των καθιερωμένων τεχνών.
Μιλάμε λοιπόν για «γκολ-ποίημα», για τον μπαλαδόρο που «ζωγραφίζει» ή «κεντάει», για φάσεις «κινηματογραφικής ταχύτητας», για τους «μαέστρους», τους «δεξιοτέχνες», τα «πρώτα βιολιά» και τους «ενορχηστρωτές», για τους μάγους που «χορεύουν τους αντιπάλους», για το «θέατρο» του παίκτη που τάχα τον κλαδεύουν κι ας μην τον ακουμπούν, για τον σκόρερ που «γράφει το 1-0», για τον τερματοφύλακα που «διαβάζει γρήγορα τη φάση».
Και μιλούσαμε, χρόνια πριν, για τον «Χατζηπαναγή-Νουρέγιεφ», τον αρτίστα του Ηρακλή που δεν αξιωθήκαμε να τον δούμε στην Εθνική, να τον δει και ο κόσμος όλος και να χαζέψει με την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα. Το παζλ συμπληρώνεται με τη γραπτή κριτική αποτίμηση της απόδοσης κάθε παίκτη, που δεν έχει να ζηλέψει πολλά (καλά ή κακά) από την οικεία μας τεχνοκριτική.
Πεζογραφία και ποίηση υποδέχονται και αξιοποιούν διαφορετικά το θέμα-ποδόσφαιρο. Διηγηματογράφοι και πεζογράφοι, στην πλειονότητά τους, προκρίνουν την οπτική του ρεαλισμού και, κατά τις γνώσεις του ο καθένας, συνθέτουν ένα ανάλογο του αθλητικού ρεπορτάζ, με την επιπλέον μέριμνα να εντάξουν κοινωνικά τους ήρωές τους και να τους ψυχογραφήσουν βαθύτερα.
Οι ποιητές συνήθως αλληγορούν. Χρησιμοποιούν το γήπεδο και το θεατρικό έργο δύο πράξεων (τριών ή τεσσάρων, επί παρατάσεως και πέναλτι) που ξεδιπλώνεται στην επιφάνειά του σαν ευανάγνωστη μεταφορά. Σαν ευκαιρία αναπαράστασης άλλου είδους αγώνων – κοινωνικών, υπαρξιακών, πολιτικών, εθνικών.
Οσο χαλαρότερη ή εξωτερικότερη είναι η σχέση των ποιητών με τα της μπάλας τόσο συμβατικότερη ή προσχηματικότερη μοιάζει η αναπαράσταση που επιχειρούν, όπως δείχνουν πιστεύω οι στίχοι που ακολουθούν. Και πρώτα ένα απόσπασμα από τις «Γειτονιές του κόσμου» του Γιάννη Ρίτσου (1957):
«Ομορφα που ’παιζε ο Παυλής – ονειρευόμασταν δικοί και ξένοι / όταν τον βλέπαμε το απόγευμα να παίζει στο γήπεδο της γειτονιάς με τις αγριομολόχες / ονειρευόμασταν μεθαύριο που θα γίνει ο αρχηγός του κόκκινου ποδόσφαιρου της Λαϊκής Δημοκρατίας μας. […] Γιατί ο Παυλής αν και ξυπόλυτος έπαιζε, Τζον, σ’ όλες τις θέσεις / και κυνηγός και μπακ και σέντερ-χαφ (στη γλώσσα σου τα λέμε Τζον) – / ακόμα και τερματοφύλακας – τον καμάρωνε η μάνα του / και μεις τον καμαρώναμε […] – τον καμαρώναμε, Τζον, κι ονειρευόμασταν – / κάτι γερές κλωτσιές, απ’ το ’να τέρμα στ’ άλλο, / φώναζε κι η μαρίδα της γειτονιάς – τόσο γερές κλωτσιές – / τόσο που παραξενευτήκαμε, Τζον, που δεν κατάφερε / στο τελευταίο του παιχνίδι να δώσει μια κλωτσιά από κείνες τις γνωστές του / και να τινάξει, Τζον, το τανκ σου ώς το Λονδίνο / ώσμε την κούτρα, Τζον, του κ. Τσώρτσιλ σας. / Μα ήταν, βλέπεις, ξυπόλυτος. Τι να σου κάνει; / Σου μιλάω για τον Παυλή που ’χε πουλήσει τα παπούτσια του – δεν αξιώθηκε από τότε, Τζον, να ξαναβάλει παπούτσι στα ποδάρια του / κι έτσι ξυπόλυτος σκοτώθηκε ο Παυλής το Δεκέμβρη / κι έτσι ξυπόλυτα μείναν τα ποδάρια του. Δεν τα ’λιωσε το τανκ σου, Τζον, τα πόδια του / κι έτσι ξυπόλυτος, Τζον, έτσι ξυπόλυτος / ο Παυλής τώρα σεργιανάει στην αθανασία».
Απόσπασμα τώρα από το ποίημα του Νίκου Καρούζου «Αγχώδης εμπειρία» («Πενθήματα», 1969): «Τ’ απόγευμα της Κυριακής / ανοίγω το ραδιόφωνο / σηκώνω το καπάκι της σιωπής. / Ποδόσφαιρο. Χρωματιστές φανέλες. / “Εχουμε φτάσει στο ένατο λεπτό / του πρώτου ημιχρόνου…” / Κατεβάζω το καπάκι. / Πόσο μπορούμε, αλήθεια, να κοιτάζουμε, / στην ψυχή μας μέσα ολομόναχοι; / Απολαμβάνω για λίγο / συντριπτική γαλήνη και ξανανοίγω. / “Την τελευταία στιγμή τρέχει ο Κλάφτης / και κατορθώνει να βοηθήσει την κατάσταση / προσπαθεί να προωθήσει το παιχνίδι / μαρκάρεται όμως από τον Πονεμένο…” – / κλείνω».
Τέλος, οι διάσημοι καταληκτικοί στίχοι του ποιήματος του Εγγονόπουλου «Στα γκωλ-ποστ» («Η κοιλάδα με τους ροδώνες», 1978): «ένα σας λέω: / όλοι να τρέξουμε αμέσως / στα γκωλ-ποστ / παιδιά! / στα γκωλ-ποστ! / στα γκωλ-ποστ! / άγρυπνοι / –ακοίμητοι φρουροί / πανέτοιμοι / το μάτι εδώ / το μάτι εκεί / να γρηγορούμε // μην αρχινίσουνε να πέφτουνε / τα τέρματα / βροχή / και ηττηθούμε».
Και άλλοι ποιητές χρησιμοποίησαν σαν θέμα τους το ποδόσφαιρο, λ.χ. ο Εκτορας Κακναβάτος, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ο Τάκης Καρβέλης, ο Ανέστης Ευαγγέλου και βέβαια ο Αρης Δικταίος, ο οποίος αφιέρωσε το ποίημα «Επίνικος Μήτσω Υφαντίδη, Πειραιεί, ποδοσφαίρα» στον Ηλία Υφαντή του Ολυμπιακού («Πολιτεία», 1959).
Η γενιά του ’70 έχει προσφέρει τους περισσότερους ποδοσφαιρόθεμους στίχους. Πολλά μέλη της, εξοικειωμένα με το ποδόσφαιρο, ενισχύουν το κείμενό τους (συστηματικά ή σποραδικά) με εικόνες των γηπέδων ή με σχήματα και θραύσματα της γλώσσας που δεσπόζει εκεί.
Σχεδόν όλοι οι άρρενες εταίροι της (και πάντως καμία από τις ποιήτριες της συγκεκριμένης γενιάς, όσο μπορώ να γνωρίζω) δανείστηκαν λίγο ή πολύ από την ποδοσφαιρική τράπεζα: Γιάννης Βαρβέρης, Νάσος Βαγενάς, Γιάννης Πατίλης, Χριστόφορος Λιοντάκης, Λευτέρης Πούλιος, Μιχάλης Γκανάς, Μίμης Σουλιώτης, Δημήτρης Καλοκύρης, Κώστας Παπαγεωργίου, Διονύσης Σαββόπουλος, Κώστας Σοφιανός, Γιώργος Χρονάς.
Ο συχνότερος ποιητικός επισκέπτης των γηπέδων, όχι μόνο της γενιάς του ’70 αλλά και γενικότερα, πρέπει να ήταν ο Βασίλης Στεριάδης (1947-2003). Σημαδιακοί οι τίτλοι των τελευταίων συλλογών του: «Ο προπονητής παίκτης» (1992) και «Χριστούγεννα της ισοπαλίας» (2002). Στα γνωστότερα ποιήματα της γενιάς αυτής συγκαταλέγεται η «Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου» του Γιώργου Μαρκόπουλου, που αφορμάται ρητά από τον «Επίνικο» του Δικταίου για τον Υφαντή.
Πλην της επώνυμης ποδοσφαιρόθεμης λογοτεχνίας υπάρχει και η ανώνυμη, δεκαπεντασύλλαβη συνήθως και ομοιοκατάληκτη. Αρκετά γηπεδικά συνθήματα και τραγούδια, και πρωτίστως όσα δεν συντάσσονται από τον νταηλίδικο σεξισμό, έχουν τη χάρη τους. Αλλά γι’ αυτά ίσως μια άλλη φορά.
Παντελής Μπουκάλας
από την «Καθημερινή» της Κυριακής

Τελευταία διόρθωση4 έτη πριν από Διονύσης Μάργαρης