
ή πως συντάσσονται τα καλά βιβλία φυσικής
Θα αναφερθώ στο γνωστό εγχειρίδιο φυσικής «Οι Έννοιες της Φυσικής», του Paul Hewitt που στην πρώτη του εκδοχή εκδόθηκε το 1971 και συνεχίζει να είναι δημοφιλές με πολλαπλές εκδόσεις μέχρι και σήμερα, με τον συγγραφέα να έχει ξεπεράσει τα 90 χρόνια μιας δημιουργικής ζωής.
Ψάχνοντας πληροφορίες για την περισκοπική όραση των πτηνών έπεσα σε αναφορά για το πώς βλέπουν τα περιστέρια. Αυτή η αναφορά πιστοποιούσε ότι οι πλευρικά τοποθετημένοι οφθαλμοί του παρέχουν τη δυνατότητα να βλέπει σε γωνία 340ο χωρίς να περιστρέφει το κεφάλι του. Δηλαδή «έχει μάτια και στις πλάτες». Αυτή η βιολογική εξέλιξη δεν ευνοεί το κυνήγι, αλλά την αυτοάμυνα. Δίνει στα πουλιά, ιδιαίτερα στα θηράματα, μια πολύ ευρύτερη άποψη του κόσμου, ιδανική για να εντοπίσουν ένα αρπακτικό – θηρευτή.
Όμως η πλευρική τοποθέτηση των ματιών δημιουργεί πρόβλημα στην αντίληψη του βάθους. Αυτά τα πουλιά δεν έχουν την έντονη αντίληψη του βάθους που έχουν οι άνθρωποι – και πολλά αρπακτικά πουλιά, όπως τα γεράκια και οι κουκουβάγιες – με μάτια που κοιτούν εντελώς μπροστά.
Αυτό το μειονέκτημα στα περιστέρια αντιμετωπίζεται απ’ την ταλάντωση του κεφαλιού τους μπρος – πίσω ώστε οι διαφορετικές επάλληλες εικόνες να δημιουργούν την αίσθηση του βάθους (Why do pigeons bob their heads when they walk?).
Παλαιότερα σ’ αυτή την κίνηση απέδιδαν τα βιβλία φυσικής την παραμονή του κέντρου βάρους του περιστεριού εντός της βάσης στήριξής του.
Αυτή την παλαιά ερμηνεία είχε επιλέξει και ο Hewitt στην πραγμάτευση του κέντρου βάρους, όπως φαίνεται στην ελληνική έκδοση του βιβλίου (1997, ΠΕΚ).
Το συγκεκριμένο όμως παράδειγμα απουσιάζει απ’ την νεώτερη ελληνική έκδοση του ίδιου βιβλίου (2002, ΠΕΚ).
Αυτόματα εγείρεται η υπόθεση ότι η συγκεκριμένη συγγραφική πρόταση λαμβάνει υπόψη την σχετική αξία κάποιων απλών μοντέλων της Μηχανικής που επιχειρούν να ερμηνεύουν κινήσεις ή ισορροπίες σε σύνθετα οργανικά συστήματα, όπως στην περίπτωσή μας τα περιστέρια.
Μετά απ’ αυτή την διαπίστωση ο πειρασμός να ελεγχθεί και ο έτερος περιστερώνας του βιβλίου ήταν προφανής. Αυτός όπου επωαζόταν ο βιομαγνητισμός.
Στην έκδοση του 1997 υπάρχει η ακόλουθη αναφορά, όπου η αίσθηση του προσανατολισμού των περιστεριών αποδίδεται στην ύπαρξη μαγνητικού υλικού στο κεφάλι τους που λειτουργεί ταυτόχρονα ως πυξίδα έγκλισης και απόκλισης.
Το συγκεκριμένο παράδειγμα συμφωνεί με τις σχετικές απόψεις που διατύπωσαν φυσικοί για τον βιομαγνητισμό αυτών των πτηνών (The Physics of Pigeons) ήδη απ’ το 1947.
Η έκδοση του 2002 είναι πιο συγκρατημένη στην πραγμάτευση του συγκεκριμένου παραδείγματος, αφού αναφέρεται στην μεγάλη πιθανότητα να λειτουργεί με τον προηγούμενο μηχανισμό η ικανότητα προσανατολισμού των περιστεριών.
Η σχετικοποίηση του μηχανισμού στην νέα έκδοση ίσως να λαμβάνει υπόψη και άλλους μηχανισμούς για την πλοήγηση των περιστεριών όπως αυτόν που επικαλείται την ανίχνευση υπερήχων χαρακτηριστικών για κάθε περιοχή (“Sound Maps” May Help Pigeons Navigate), ήδη απ’ τη δεκαετία του 1990. Αυτή η υπόθεση στηρίζεται στην τοπογραφία και στις καιρικές συνθήκες που αποδίδουν στους χώρους μια «ηχητική υπογραφή» ή ταυτότητα, συνήθως στις υπερηχητικές συχνότητες. Οι παρατηρήσεις που ενισχύουν αυτές τις απόψεις αναφέρονται σε περιοχές που αποπροσανατολίζονται οι πορείες των περιστεριών και αποδίδονται σε περιβαλλοντικούς λόγους που συντελούν στην απόσβεση των καθοδηγητικών υπερήχων ενώ χαρακτηρίζονται ως “υπερηχητικές σκιές”.
Αυτή η εντελώς επιλεκτική περιόδευση στη συμβολή των περιστεριών στη διδασκαλία της φυσικής ενισχύει την υπόθεση ότι ένα εγχειρίδιο αποκτά διαχρονικά μεγάλη φήμη διότι οι διδακτικές του προτάσεις υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο και επικαιροποίηση, ιδιαίτερα όταν αναφέρονται σε βιολογικούς οργανισμούς. Τα βιολογικά συστήματα που αναμφισβήτητα ενεργοποιούν το ενδιαφέρον των μαθητών, ως πολυπαραγοντικά είναι ανοιχτά σε πολλαπλές προσεγγίσεις και επομένως έκθετα στην εξελισσόμενη έρευνα.
Η συντηρητική διδακτική άποψη θα επέλεγε την αποφυγή τους. Αντιθέτως η έκδοση που σχολιάσαμε επιμένει διαχρονικά σε τέτοια παραδείγματα επιλέγοντας την διόρθωση ή την προσαρμογή τους με βάση νεώτερα ερευνητικά δεδομένα για την συμπεριφορά αυτών των οργανισμών.
Η διδακτική ευκαιρία που προσφέρεται απ’ αυτές τις αναθεωρήσεις μπορεί να προκαλέσει ενδιαφέρουσες συζητήσεις για τη φύση της επιστήμης. Και μάλιστα συζητήσεις σε “χαμηλές πτήσεις”, αφού οι αλλαγές αφορούν αναθεωρήσεις διδακτικών παραδειγμάτων και όχι επιστημονικών θεωριών που απαιτούν εξοικείωση με την ιστορία των επιστημών. Με την προϋπόθεση ότι δεν πραγματευόμαστε την επιστήμη με την αλαζονική αντίληψη της απόλυτης αλήθειας, αλλά ως της βέλτιστης γνώσης για το παρόν. Και πάντως μιας γνώσης που πάντα τελεί υπό αναθεώρηση.
Αφορμή της ανάρτησης υπήρξε το ευφάνταστο σενάριο του Βαγγέλη στην ανάρτηση «η μεγαλοψυχία των γερακιών» και πιο συγκεκριμένα η δεύτερη πρόταση: «Κάποια χρονική στιγμή το περιστέρι, γυρίζοντας το κεφάλι του προς τα πίσω, διαπιστώνει με τρόμο ότι ένα γεράκι πετά προς το μέρος του, στο ίδιο ύψος και με την ίδια πορεία».
Άμεσα μπήκα στο δραματικό κλίμα της αφήγησης και φοβήθηκα ότι αν το περιστέρι γύριζε το κεφάλι του θα επιβραδυνόταν αντί να επιταχυνθεί όπως προέβλεπε η εκφώνηση. Ευτυχώς η βιβλιογραφική αρωγή που ανέφερε την περιφερειακή όραση έβαζε όλα τα πράγματα στη θέση τους. Ανακουφισμένος επανήλθα και απόλαυσα την άσκηση και μετά συνέχισα στα υπόλοιπα.
Να είσαι καλά Βαγγέλη για το ταξιδάκι που με παρακίνησες να κάνω.
![]()



Καλημέρα Γιώργο.
Ας πω για τους φίλους του υλικονέτ ότι με τον Γιώργο είμαστε φίλοι εδώ και 44 χρόνια. Έτσι σπάνια τον επαινώ δημοσίως μια και τα λέμε τηλεφωνικά.
Εδώ όμως θα το κάνω. Και γιατί είναι καταπληκτικό άρθρο και γιατί ανοίγει τουλάχιστον δύο θέματα για συζήτηση:
Άσπρο περιστέρι
Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Γκάτσος, Δήμητρα Γαλάνη.
Καλημέρα παιδιά. Γιώργο η ανάγνωση του άρθρου σου μου προκάλεσε δυο σκέψεις:
α. ίσως το πρόβλημα αντίληψης του βάθους να ευθύνεται για το γεγονός ότι όταν πλησιάζεις περιστέρια καθυστερούν να απογειωθούν. Αυτό σε συνδυασμό και με την υπερκατανάλωση τροφής μπορεί να αποβεί μοιραίο, όταν τα πλησιάζει τροχοφόρο.
β. η γοητεία της επιστημονικής γνώσης βρίσκεται ίσως και στο ότι δεν διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια, αλλά όπως γράφεις, τη βέλτιστη γνώση για το παρόν. Το ίδιο και τα βιβλία που την επικοινωνούν: δεν αποτελούν πλάκες που έχει χαραχθεί η απόλυτη αλήθεια, αλλά χρειάζονται τακτικές αναθεωρήσεις. Τα δικά μας σχολικά βιβλία;
Καλημέρα Γιώργο.
Οι αναθεωρήσεις στις εκδόσεις του βιβλίου του Paul Hewitt δείχνουν τον τρόπο που δρα ένας πραγματικός επιστήμονας.
Η επιστήμη είναι ο καλύτερος τρόπος που έχουμε επινοήσει για να κατανοούμε τον κόσμο.
Όμως.
Η αληθινή επιστήμη είναι πάντα , ανήσυχη, ερευνητική, στοχαστική και αναστοχαστική.
Και πρέπει πραγματικά να έχουμε συνείδηση ότι μας δίνει «τη βέλτιστη γνώση για το παρόν»
Πριν χρόνια νόμιζα πως η διπλωπία ήταν ο μόνος υπεύθυνος για το ότι βλέπουμε βάθος.

Κατάλαβα τι συμβαίνει όταν συνόδεψα τους μαθητές μου στο Μουσείο Ηρακλειδών στο Θησείο. Εκεί στο πάτωμα ήταν μια έλλειψη που αν τη φωτογράφιζες από συγκεκριμένη και σημειωμένη απόσταση φαινόταν μια μπάλα. Δείτε:
Κάθισα στη γραμμή και έκλεισα το ένα μάτι. Μπανάνα έβλεπα αντί μπάλας.
Καταλαβαίνουμε ότι το μάτι, έστω και μόνο του, δεν μένει ακίνητο. Στέλνει στον εγκέφαλο εικόνες από διαφορετικές γωνίες και αυτός τις επεξεργάζεται και βγάζει βάθος.
Αυτό δεν γίνεται σε μια φωτογραφία. Αυτό το εκμεταλλεύονται στο γιουτιούμπ και βλέπουμε πολλές και όμορφες ψευδαισθήσεις.
Φυσικά η διπλωπία ενισχύει τη στερεοσκοπική όραση. Το ξέρουμε και από τις 3D ταινίες.
Όμως δεν είναι ο μόνος λόγος.
Ας δούμε το τρίγωνο του Πενρόουζ.

Πως φαίνεται και τι είναι.
Επιτυχία δεν έχουμε, παρά μόνο με φωτογραφία ή βίντεο από ακίνητη κάμερα.
Καλημέρα παίδες
Άρη, αν προσγειώσουμε τον Hewitt στην πίστα των δασκάλων της επιστήμης, όπου και ανήκει, μπορούμε να χειριστούμε τις αλλαγές που επέλεξε να κάνει στο εγχειρίδιό του και ως βολικά παραδείγματα που δείχνουν τον τρόπο που παράγεται και λειτουργεί η επιστήμη, αφού δεν προϋποθέτουν την σχετικά πολύ δυσκολότερη ιστορική εξέλιξη των σύνθετων και περισσότερο αφηρημένων επιστημονικών μοντέλων.
Η διδακτική αξία της πραγμάτευσης αυτού που λέμε «φύση της επιστήμης» προβάλλεται σήμερα ως θεμελιώδης στα μαθήματα επιστημών παρότι αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις από εκείνους τους δάσκαλους που αποδίδουν ιδιαίτερη έμφαση στο περιεχόμενο των ειδικοτήτων τους, ενώ κερδίζουν το παιχνίδι οι ψευδοεπιστημονικές απόψεις.
Ελπίζω να συμβάλει στην αλλαγή αυτής της στάσης η επιχειρηματολογία του Στέφανου Τραχανά, που η μακρόχρονη σχετική εμπειρία του συνοψίζεται στο πρόσφατο πόνημα «Ο Κύκλος – Επιστήμη και δημοκρατία σε ανήσυχους καιρούς», αφού και το περιεχόμενο της φυσικής χειρίζεται παραδειγματικά αλλά την εκλαΐκευση της επιστήμης θεραπεύει συστηματικά και επίμονα.
Ίσως να βοηθήσει και ο αναστοχασμός της λερναίας, δηλαδή με πολλές αναρτήσεις, συζήτησης που ακόμα εξελίσσεται στον χώρο που μας φιλοξενεί, σχετικά με το πώς μπορεί να εξελιχθεί ομαλότερα μια συζήτηση που σέβεται τους τρόπους που ακολουθεί η επιστήμη.
Όταν π.χ. κάποιες παρεμβάσεις επανέφεραν επανειλημμένα κάποιες επιλεκτικές ερμηνείες σεβαστών καθηγητών που όμως ως «αείμνηστοι» έχουν την προφανή αδυναμία να υπερασπίσουν το γράμμα και το πνεύμα των παλαιών εγχειριδίων τους, αυτό αποτελεί παραβίαση του τρόπου που εξελίσσονται οι παραγωγικές συζητήσεις για την επιστήμη – εδώ για την διδασκαλία της. Ενδεικτικά ο Τραχανάς φροντίζει να επαναφέρει σε διάφορα κεφάλαια του βιβλίου που ήδη επικαλέστηκα, την αυθάδη εναντίωση των «πιτσιρικάδων» που οργάνωσαν την κβαντομηχανική απέναντι στις απόψεις που εξέφραζαν οι τότε αυθεντίες της φυσικής. Αυθεντίες μάλιστα χωρίς εισαγωγικά.
Ακόμα και η ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη παρέμβαση του Χάρη Αποστολάτου, που προσδοκώ να λειτουργήσει καταλυτικά στην χρειαζούμενη σύγκλιση για την διδακτική διαχείριση των συντηρητικών δυνάμεων, ως αδυναμία της συζήτησης, όπως αυτή εξελίχθηκε, θα πρέπει να εκληφθεί. Γιατί εγώ εκτίμησα ότι αρκούσε ένας κλασσικός τρόπος δοκιμασίας των επιστημονικών – εδώ διδακτικών – υποθέσεων, δηλαδή με αντιπαραδείγματα, μερικά απ’ τα οποία μάλιστα τα βρήκα ιδιαίτερα ευφυή, ώστε να συγκλείνουμε γρηγορότερα στο ότι οι τάσεις και οι τριβές σε οποιεσδήποτε συνθήκες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συντηρητικές δυνάμεις.
Θα κρατήσω απ’ την παρέμβαση Αποστολάτου κάτι ακόμα που έχει σχέση με τον χαρακτήρα των αυθεντικών επιστημονικών συζητήσεων – εδώ για την διδασκαλία της φυσικής. Ο κ. Αποστολάτος επέλεξε να συμμετάσχει στη συζήτηση ως ισότιμος συνομιλητής, απεκδυόμενος άμεσα τον ρόλο του αυθεντικού φορέα της επιστήμης.
Άξιζε μια τόσο επίμονη υπεράσπιση της άποψης ότι η Αρχή Διατήρησης της Μηχανικής Ενέργειας μπορεί να διατυπωθεί για τμήμα συστήματος, ακόμα και αν μετέχουν μη συντηρητικές δυνάμεις, χωρίς να είναι προφανής η διδακτική αξία αυτής της διαπίστωσης;
Ας δούμε αντίστοιχα την απαλοιφή του παραδείγματος σχετικά με το ευσταθές βάδισμα του περιστεριού απ’ το εγχειρίδιο του Hewitt.
Δεν είναι απαραίτητα αποτυχημένο παράδειγμα σχετικά με τη θέση που πρέπει να έχει το κέντρου βάρους ως προς την βάσης στήριξης.
Όμως η “σπαστική” ταλάντωση των κεφαλών των περιστεριών μπρος – πίσω κινδύνευε να σπαταληθεί ως παράδειγμα υποπερίπτωσης της Μηχανικής, ενώ οι βιολόγοι το ανέδειξαν ως ενίσχυση της αντίληψης του χώρου, που βεβαίως συνδράμει στην ικανότητα ισορροπίας του οργανισμού, αλλά κυρίως αφορά μια ακόμα εκδοχή της σπουδαιότερης ίσως θεωρίας για την Φύση. Δηλαδή της Δαρβίνειας Εξέλιξης, σύμφωνα με την οποία το θήραμα – περιστέρι προσαρμόζεται αμυντικά με την ανάπτυξη της περισκοπικής όρασης απέναντι στα γεράκια θηρευτές και επιχειρεί με την κίνηση του κρανίου να αντιμετωπίσει την ελλείπουσα στερεοσκοπική.
Το έλασσον υποδεικνύει η φύση της επιστήμης, δηλαδή οι πρακτικές που ακολουθεί, όφειλε να υποταχθεί στο μείζον.