web analytics

Συνέντευξη του Ρίτσαρντ Φάινμαν πριν 60 χρόνια (8ο μέρος)

Συνεχίζω σήμερα με το 1ο μέρος της 4ης συνεδρίας που δόθηκε στις 28 Ιουνίου 1966.
Αυτό το κομμάτι χρονικά καλύπτει την περίοδο περίπου μέχρι το 1951, όταν ο Φάινμαν μετακινείται από το Πανεπιστήμιο Κορνέλ στην ηλιόλουστη Καλιφόρνια, στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Καλιφόρνιας (Caltech). Ο Φάινμαν ξαναθυμάται και συμπληρώνει τις αναμνήσεις του από το Κορνέλ, αναφέρεται στη σχέση του με τον Μπορ και τον Φέρμι, την σχέση του με την βιομηχανία, τις επιτροπές και την διοίκηση, την εμπειρία του από την συμμετοχή του σε επιστημονικά συνέδρια, αλλά και την καταπληκτική εμπειρία του από το “περιοδεύον” του στρατού. Το 1ο μέρος της 4ης συνεδρίας κλείνει με τις πρώτες εντυπώσεις του Φάινμαν από την άφιξή του στο Caltech.
Στην παρούσα ανάρτηση μπορείτε να βρείτε και τις διευθύνσεις των 7 προηγούμενων αναρτήσεων από την αρχή της συνέντευξης.
Περισσότερα  ΕΔΩ.

Loading

Subscribe
Ειδοποίηση για
2 Σχόλια
Inline Feedbacks
Όλα τα σχόλια
Γιώργος Φασουλόπουλος
Αρχισυντάκτης

ο Μάιος μας έρχεται
κι ο Φάινμαν επιστρέφει

έτοιμος πάντα για αναμετρήσεις ευφυΐας

πρώτα με τον Φέρμι (ισοπαλία),

μετά με τον Μπορ (τον αντιμετωπίζει ως εκπρόσωπο της παρωχημένης πρώτης κβαντικής εποχής)

και τέλος με τους στρατιωτικούς ψυχίατρους που τον απάλλαξαν απ’ την θητεία ως «ντακότα».
Τους τελευταίους τους “κατατροπώνει”.

Όμως το ζουμί της ογδόης αφήγησης βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στην αδιαπραγμάτευτη αντίθεση που αναπτύσσει σε μια σχετικά «αθώα εποχή» – αρχές του 1950, με τις ιδιωτικές εταιρείες, στην περίπτωσή του η General Electric, που υπόσχονται και παρέχουν «χωρίς άλλες υποχρεώσεις» τη δυνατότητα στους επιστήμονες να αναπτύξουν αδέσμευτη έρευνα στα εργαστήρια της εταιρείας.

Σχετικό απόσπασμα απ’ το κείμενο που επιμελήθηκε και μοιράστηκε μαζί μας ο Μερκούρης.

Σκόπευαν να κατασκευάσουν πυρηνικούς αντιδραστήρες, … έφεραν αυτούς τους επιστήμονες εκεί και έκαναν διαλέξεις στους μηχανικούς τους κτλ. Έτσι περνούσαμε τον περισσότερο χρόνο μας. Κάναμε έρευνα στις κοσμικές ακτίνες. Κάναμε επίσης πολλά, έξω από τα συνηθισμένα, πράγματα για την εταιρεία General Electric.

Στο τέλος του χρόνου που βρισκόμουν εκεί, πήγα στο γραφείο του διευθυντή, ενός ανθρώπου που λεγόταν Soups, επικεφαλής του ερευνητικού εργαστηρίου. Μου είπε: «Έχω μιλήσει με τον καθηγητή Μπέτε γι’ αυτό—». Και άρχισε να μιλά για το πόσο θα ήθελε να υπάρχουν στη GE άνθρωποι καλοί και τι μεγάλες ευκαιρίες θα είχαν σε αυτό το μεγάλο εργαστήριο και ότι όλα θα ήταν πανεύκολα κτλ. Και είπε: «Υπάρχουν μερικές δυσκολίες, γιατί ο καθηγητής Μπέτε με έβαλε να υποσχεθώ ότι δεν θα σας προσφέρω μια θέση και έναν μισθό που, με κοινή λογική, δεν θα μπορούσατε να αρνηθείτε».

Καταλαβαίνεις; Είχε μιλήσει με τον Μπέτε και ο Μπέτε του είπε να μην το κάνει, αλλά εκείνος το έκανε—μου έλεγε ότι θα μου προσφέρει μια θέση που με κοινή λογική δεν θα μπορούσα να αρνηθώ, αλλά δεν μπορούσε να μου πει τις λεπτομέρειες.
Έτσι απλώς του είπα: «Αφού δεν ξέρω—δεν μου δίνετε καμία λεπτομέρεια, δεν ξέρω τίποτα—είναι πολύ εύκολο για μένα να αρνηθώ.» Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα πήγαινα εκεί, γιατί σιγά σιγά είχα καταλάβει αυτού του είδους τα πράγματα, που συμβαίνουν σε πολλά βιομηχανικά εργαστήρια—ή τουλάχιστον συνέβαιναν τότε.

Πολλά εργαστήρια δοκίμασαν το εξής: είχαν πραγματικά μηχανικά και τεχνικά προβλήματα δικά τους· προσπαθούσαν να προσελκύσουν επιστήμονες λέγοντάς τους ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, δεν χρειάζεται να ασχολούνται με τίποτα, έχουν το δικό τους εργαστήριο, τους δικούς τους βοηθούς, κάνουν ό,τι θέλουν.

Αλλά ενώ εργάζεσαι εκεί και κάνεις ό,τι θέλεις, προκύπτουν μικρά τεχνικά προβλήματα για τα οποία κάποιος σε ρωτά. Τώρα, οι περισσότεροι επιστήμονες—ή οι περισσότεροι άνθρωποι σε αυτές τις συνθήκες—έχουν ένα αίσθημα κάποιας αφοσίωσης προς την εταιρεία που τους πληρώνει τον μισθό. Νιώθουν ότι δεν προσφέρουν τίποτα στην εταιρεία.

Είναι αλήθεια ότι η εταιρεία, όταν τους προσέλαβε, τους είπε: «Αυτή είναι δική μας υπόθεση, εσείς κάνετε ό,τι θέλετε.» Αλλά για κάποιο λόγο δεν το πιστεύουν ή αισθάνονται κάποια ευθύνη να κάνουν κάτι χρήσιμο για την εταιρεία και όχι απλώς να παίζουν με τα δικά τους προβλήματα. Έτσι νιώθουν την ευθύνη να κάνουν αυτά τα πράγματα και με αυτόν τον τρόπο η εταιρεία τους βάζει να τα κάνουν.

Αλλά αυτό που συμβαίνει είναι ότι η εταιρεία δεν μπορεί να αντισταθεί και τους ζητά όλο και περισσότερα πράγματα, μέχρι που αυτοί οι άνθρωποι εμπλέκονται πλήρως—ή σχεδόν πλήρως—στη δουλειά της εταιρείας και δεν μπορούν πια να κάνουν τη δική τους δουλειά. Και φυσικά είναι και δικό τους λάθος και η εταιρεία λέει: «Σας είπαμε ότι μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε» και κάπως έτσι.