web analytics

Το πρόβλημα του σφαιρικού κατόπτρου

Έχουμε ένα σφαιρικό κάτοπτρο κέντρου Κ και δύο σημεία Β και Γ.

Πως θα σχεδιάσουμε την διαδρομή μιας φωτεινής ακτίνας που ξεκινά από το Β, ανακλάται στο κάτοπτρο και διέρχεται έπειτα από το Γ;

Αντιλαμβανόμαστε πως τα Κ, Β, Γ ορίζουν ένα επίπεδο στο οποίο θα εργασθούμε.

Προφανές είναι το ότι οι γωνίες φ και θ πρέπει να είναι ίσες.

Λύση μπορούμε να δώσουμε με χρήση κινηματικής γεωμετρίας.

Συνέχεια:

Το αρχείο geogebra:

Loading

Subscribe
Ειδοποίηση για
25 Σχόλια
Inline Feedbacks
Όλα τα σχόλια
Νίκος Παναγιωτίδης
07/09/2017 10:01 ΜΜ

Αν ζούσε ο Fermat θα είχε κάτι να μας πει γι΄ αυτή την ανάκλαση.

Γιώργος Φασουλόπουλος
Αρχισυντάκτης

Αντιγράφω από το «Σφαιρικά Κάτοπτρα – Επίπεδοι Φόνοι»:

«το συνθετότερο πρόβλημα των νόμων της ανάκλασης για σφαιρικά κάτοπτρα, δεν επιλύεται ευκλείδεια με κανόνα και διαβήτη. Ο Αλ Χαϊθάμ πρότεινε λύση με τη χρήση υπερβολής, που δεν είναι κατασκευάσιμη με κανόνα και διαβήτη»

και έρχεσαι να εισηγηθείς ένα διπλό διαβήτη για να βγάλεις από το αδιέξοδο τον Κλαύδιο Πτολεμαίο, που εισηγήθηκε το πρόβλημα.

Δεν παίζεσαι!

ούτε και απ όσους σε ξέρουμε χρόνια και εκτός ylikonet

Νίκος Παναγιωτίδης
07/09/2017 11:03 ΜΜ

Αυτό που παρέλειψες να γράψεις Γιάννη, και που θα το έλεγε ο Fermat, είναι ακριβώς το αντίθετο. Ότι είναι η μέγιστη διαδρομή.

Γιώργος Φασουλόπουλος
Αρχισυντάκτης

Το λήμμα περιγράφει ιστορικά το πρόβλημα και αναφέρει ότι ανάγεται σε εξίσωση 4ου βαθμού.

Νίκος Παναγιωτίδης
07/09/2017 11:49 ΜΜ

Στα επίπεδα κάτοπτρα είναι ελάχιστη και στα κοίλα μέγιστη. Κάποτε το είχαμε συζητήσει. Το είχες κάνει και με ip.

Νίκος Παναγιωτίδης

Το συμπέρασμα ισχύει σίγουρα όταν τα Γ και Β είναι στη ιδια διάμετρο.

Διονύσης Μάργαρης
Αρχισυντάκτης
08/09/2017 8:28 ΠΜ

Καλημέρα Γιάννη.

Γιατί η κινηματική Γεωμετρία είναι ανφέρ;

Κινηματική είναι η γεωμετρία της καθαρής κίνησης, όπου με την έννοια κίνηση εννοούμε αυθαίρετη κίνηση χωρίς να γίνεται αναφορά σε δύναμη ή σε μάζα.

Πιο συγκεκριμένα, δηλώνει τη μεταβολή της θέσης των υλικών σωμάτων σε σχέση με τη ροή του χρόνου. «Ξέρεις Σιμπλίτσιο, ο filosofo geometra που θέλει να αναγνωρίσει στο συγκεκριμένο τα αποτελέσματα που έχει αποδείξει στο αφηρημένο, πρέπει να αφαιρέσει τα υλικά εμπόδια» (Galileo Galilei ,Διάλογος πάνω σε δύο νέα συστήματα, «Un filosofo geometra») ήταν η απάντηση του δασκάλου Γαλιλαίου (1564-1642) στην ερώτηση «τί ακριβώς είσαι;».

Ο Γαλιλαίος, μελετώντας τη φύση , χρησιμοποιεί μια πληθώρα γεωμετρικών αντικειμένων και μαζί με αυτά την ευκλείδεια γεωμετρία και τον μετρούμενο χρόνο ώστε να περιγράψει την κίνηση.

Στην πραγματικότητα, οικοδόμησε μια Επιστήμη για την περιγραφή της Κίνησης, βασιζόμενος στην πεποίθηση ότι το βιβλίο της κίνησης είναι γραμμένο στη γλώσσα των κύκλων και των ευθειών, μετατρέποντάς τα ως τα βασικά εργαλεία της νεογέννητης τότε κινηματικής. Μέσα από τις διερευνητικές του εργασίες παντρεύει την «πλατωνική γεωμετρία» με τον χρόνο, ολοκληρώνοντας την πριν κάνει την εμφάνιση της η αδράνεια της ύλης.

Στους αιώνες που ακολούθησαν σε όλα τα σχολεία του κόσμου, η διδασκαλία της κινηματικής γεωμετρίας ξεκινάει με την περιγραφή της ευθύγραμμης ομαλής κίνησης και ολοκληρώνεται με εκείνη της κυκλικής.

 Μερικές δεκαετίες αργότερα από τον Γαλιλαίο, ο Νεύτωνας (1643-1727), ισχυρίζεται πως οι αρχαίοι έκαναν διακρίσεις μεταξύ της Γεωμετρίας και της Μηχανικής ως ορθολογική και αφηρημένη την πρώτη σε αντίθεση με τις «χειρωνακτικές τέχνες», όπως χαρακτηρίζει τη Μηχανική. Μέσα από 245 σχήματα στα βιβλία του I και II παρατηρούμε ευθείες, κύκλους, κωνικές τομές, σφαίρες επίπεδα, γεγονός που αποδεικνύει πως η Γεωμετρία του επιπέδου και του χώρου μαζί με την Αναλυτική Γεωμετρία βρίσκονται βαθειά εγκατεστημένες στο εσωτερικό της Φυσικής.

Η μεταβλητότητα όμως συνυπάρχει με την έννοια της κίνησης, και αυτή η βαθύτερη αντίληψη της συνεχούς μεταβολής πάντα απασχολούσε τόσο τους φιλοσόφους όσο και τους θετικούς επιστήμονες ανά τους αιώνες.

Από την εποχή των Ελεατών φιλοσόφων, υπήρξαν οι πρώτες αμφισβητήσεις της κινητικής αντίληψης του κόσμου . Ο Παρμενίδης (6ο αι.π.Χ.) και ο Ζήνωνας (5ο π.Χ) υποστήριζαν την ακινησία του κόσμου, τη σταθερότητα των νόμων και των αναλλοίωτων στοιχείων, τα οποία παραμένουν όπως έχουν πέρα από τη φαινομενική κινητικότητα σε αντίθεση με 10 άλλους φιλοσόφους όπως ο Ηράκλειτος (535-475π.Χ.) και οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι που υποστήριζαν την αέναη μεταβλητότητα του κόσμου.

Η κινηματική γεωμετρία γεννήθηκε στη αρχαία Ελλάδα με τη νεύση του Αρχιμήδη. Με τον όρο «νεύση» εννοούμε την τοποθέτηση ενός ευθύγραμμου τμήματος με δοσμένο μήκος ανάμεσα σε δύο καμπύλες έτσι ώστε το τμήμα να «νεύει», να «κλίνει» προς ένα δοσμένο σημείο, έτσι ώστε δύο τμήματα (το ένα ή και τα δύο από αυτά να ορίζονται από την ευθεία) να είναι ίσα.

Στο βιβλίο του Απολλώνιου «Νεύσεις», παρουσιάζονται όλα τα προβλήματα που λύνονται με νεύση, και επιδρούν σε αυτά με κατασκευές στο επίπεδο. Ο Νικομήδης αντικατέστησε τη νεύση στον διπλασιασμό του κύβου με την κογχοειδή καμπύλη. Η νεύση χρησιμοποιείται για την τριχοτόμηση των γωνιών , τον διπλασιασμό του κύβου και την χάραξη της εφαπτομένης σε μια σπείρα επιτρέποντας μ’ αυτόν τον τρόπο να εισέλθουν στα μαθηματικά κατασκευές στις οποίες εμπλέκονται κωνικές τομές, υποβιβάζοντας έτσι τη μέθοδο επίλυσης της νεύσης σε μια εναλλακτική μέθοδο. Η ενασχόληση των αρχαίων Ελλήνων με την κινηματική γεωμετρία, οφείλεται κυρίως στην αδυναμία επίλυσης των τριών μεγάλων προβλημάτων με χρήση του κανόνα και διαβήτη.

Η νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών σχολιάστηκε ιδιαίτερα από τον Πάππο (300 μ.Χ.), καθώς δεν υπάρχουν επαρκείς αποδεικτικές μέθοδοι που να πιστοποιούν την εγκυρότητα της χρήση τους με αποτέλεσμα πολλές φορές οδηγούνταν σε προβληματικές καταστάσεις. Ο Πάππος στο βιβλίο του Συναγωγή έχει ταξινομήσει τα προβλήματα της μη επίπεδης γεωμετρίας σε 3 βασικές κατηγορίες .

 Σε προβλήματα του επιπέδου, σε προβλήματα στερεών και σε γραμμικά προβλήματα. Η ταξινόμηση έγινε με το κριτήριο τη μέθοδο επίλυσης. Έτσι, τα προβλήματα του επιπέδου λύνονται με κύκλους και ευθείες γραμμές, τα προβλήματα στερεών με κωνικές τομές και τα γραμμικά με καμπύλες μεγαλύτερης τάξης.

Τα μή επίπεδα προβλήματα, δεν ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες. Γι’αυτά, υπάρχουν τρεις μέθοδοι επίλυσης: με τη χρήση νεύσης, με όργανα που επινοήθηκαν με σκοπό την επίλυση τους καθώς και με τη χρήση καμπυλών που διαγράφουν γραμμές από κίνηση ή συνδυασμό κινήσεων.

Στις μέρες μας, η κινηματική γεωμετρία χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στον σχεδιασμό μηχανών. Παρόλο που οι κινηματικοί μηχανισμοί είναι κρυμμένοι μέσα σε πολύπλοκες κατασκευές, είναι πολύ χρήσιμοι ως μέρη πολλών τεχνολογιών όπως στη ρομποτική, στην αεροναυπηγική ,στους δορυφόρους ,σε ηλεκτρονικά ευρείας κατανάλωσης καθώς και σε βιομηχανικές μονάδες . Ιδρυτής της σύγχρονης κινηματικής θεωρείται ο Franz Rouleaux (1829-1905) ο οποίος την αποκάλεσε « τη μελέτη της κίνησης οποιουδήποτε σώματος…τη μελέτη των γεωμετρικών αναπαραστάσεων της κίνησης» («Kinematics of achinery»,1956).

πηγή

Γιώργος Φασουλόπουλος
Αρχισυντάκτης

Αρχή του Ήρωνα ή αρχή του ελαχίστου δρόμου:

«Ο δρόμος τον οποίο ακολουθεί μια φωτεινή ακτίνα κατά τη διέλευσή της μεταξύ δύο σημείων , είναι ο συντομότερος δυνατός» ή πιο απλά το φως ακολουθεί , κατά τη διάδοσή του τη διαδρομή ελαχίστου μήκους

Αρχή του Fermat ή αρχή ελάχιστου χρόνου:

«Κατά τη μετάβασή του από ένα σημείο σε ένα άλλο , το φως επιλέγει να ακολουθήσει το δρόμο εκείνο που καθιστά το χρόνο της διαδρομής ελάχιστο».

Γενίκευση της αρχής του Fermat:

Ακτίνα φωτός που ταξιδεύει από ένα σημείο σε ένα άλλο, ανεξαρτήτως του υλικού ή των υλικών που εμπεριέχονται, ακολουθεί τη διαδρομή για την οποία ο οπτικός δρόμος εμφανίζει ακρότατο.

Πηγή:14 – Τμήμα Φυσικής

Νίκος Παναγιωτίδης

Γιάννη είναι έυκολο να καταλάβεις γιατί ο δρόμος που κάνει η ακτίνα όταν ξεκινά από το σημείο Α, ανακλάται στο σημείο Β του κοίλου κατόπτρου και φτάνει στο Γ είναι ο μεγαλύτερος από όλους τους δρόμους που η ακτίνα πάει από το Α στο Γ μέσω κατόπτρου.

Πες ότι το Α και το Β είναι τα άκρα του τόξου ΑΒ. Έστω Μ το μέσο του τόξου. Η διαδρομή ΑΜΒ είναι μεγαλύτερη από κάθε διαδρομή ΑΓΒ. Αν το Γ είναι κοντά στο Α ή στο Β, αυτό είναι προφανές.

Αν τα Α και Β είναι σημεία διαμέτρου και το Μ το σημείο για το οποίο οι ΑΜ και ΒΜ σχηματίζουν αντίθετες γωνίες σε σχέση με την ακτίνα ΚΜ, με μαθηματικά Γ΄ λυκείου αποδεικνύεται ότι η διαδρομή ΑΜΒ είναι μέγιστη.