την πολεμική συζήτηση συντόνισε ο Ρένος Αποστολίδης (1924 – 2004), στην εφημερίδα «Ελευθερία», της οποίας ήταν τότε τακτικός συντάκτης
ο Ρένος, φιλόλογος, καθηγητής σε ιδιωτικά σχολεία, σημαντικός ανθολόγος της ελληνικής ποίησης & διηγήματος μαζί με τον πατέρα του Ηρακλή, έχει και ο ίδιος γράψει νουβέλες με πένα – λεπίδι που ανατέμνουν τον Εμφύλιο σε πλαίσιο πέραν του δίπολου αριστεράς-δεξιάς (Πυραμίδα 67, ο Α2), μεταφραστής μαζί με τους φιλόλογους γιούς του, Ήρκο & Στάντη (6τομος Μέγας Αλέξανδρος του J. G. Droysen), έγινε γνωστός για το οξύ κριτικό του λόγο, χωρίς να αποφύγει προσωπικούς χαρακτηρισμούς, πολλές φορές φλερτάροντας με το λίβελλο

η ανταλλαγή απόψεων ξεκίνησε με καταγγελτικό άρθρο του Ρένου στην «Ελευθερία», πριν 60 χρόνια (21/ 10/ 1958):
τώρα που το θέμα της Παιδείας είναι πάλι επίκαιρο – οι εξετάσεις των Ανωτάτων Σχολών ετελείωσαν … – ας εξετάσωμε ένα θέμα πολύ βασικό: Τι γίνεται με τα βιβλία που μελετούν τις επιστήμες οι σπουδαστές μας; ….. Φυσικά το κακό ξεκινάει απ τα πολύ βασικότερα: από αυτά τα διδακτικά βιβλία και το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως της Μέσης Παιδείας μας. Και να, προχθές ακόμα καταγγελλόταν, ότι ο λαμπρός καθηγητής στην έδρα της Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κ. Αλεξόπουλος κρέμασε προ καιρού μια επίσημη ανακοίνωση ερμηνευτική των αποτελεσμάτων και διορθωτική των σφαλμάτων εισαγωγικών γραπτών απορριφθέντων υποψηφίων από την οποίαν προφανέστατα αποδεικνυόταν, ότι ο αρμόδιος και σοφός καθηγητής της έδρας εμηδένιζε αυτούς τους εκπονητές των εν ισχύ διδακτικών βιβλίων Φυσικής στα γυμνάσια! Γιατί απλούστατα, τα τρομερά πράγματι λάθη των υποψηφίων ήσαν αυτούσια όσα τους διδάσκονταν ως «ορθά», μέσα απ τα εγκεκριμένα και επιβεβλημένα απ το υπουργείο Παιδείας γυμνασιακά βιβλία Φυσικής!
το «πύρινο» άρθρο συνεχίζει με επίθεση και σε άλλα σχολικά βιβλία για να καταλήξει στα πανεπιστημιακά συγγράμματα με αρνητικά παραδείγματα από ιστορικά και φιλοσοφικά εγχειρίδια
η επιστολή και αυτές που θα ακολουθήσουν έχουν μεταγραφεί σε μονοτονικό αλλά διατηρούν την ορθογραφία των πρωτότυπων
ο «λαμπρός καθηγητής Αλεξόπουλος» είναι βέβαια ο Καίσαρ Αλεξόπουλος (1909 – 2010), καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ακαδημαϊκός, Πρύτανης του Πανεπιστημίου, συγγραφέας πρότυπων για τη δεκαετία του 1960 πανεπιστημιακών βιβλίων Φυσικής με διαχρονικό συνεργάτη τον αειθαλή Διονύσιο Μαρίνο και τον Γεώργιο Μπίλη. Στο ίδιο πνεύμα έγραψαν και κατάλληλα προσαρμοσμένα σχολικά εγχειριδία

μετά από 15 μέρες, στις 7/ 11/ 1958, απαντά στην εφημερίδα ο μη κατονομαζόμενος στο άρθρο του Ρένου αλλά άμεσα θιγόμενος συγγραφέας των επίμαχων σχολικών εγχειριδίων, Αλκίνοος Μάζης (1904-1980), τότε διευθυντής της Βαρβακείου Πρότυπης Σχολής. Είναι εκείνος που “μηδενίστηκε απ τον σοφό καθηγητή”

δεξιά ο Μάζης, ως υποδιευθυντής της Βαρβακείου, με τον ψηλότερο Λεωνίδα Λιώκη, τότε διευθυντή της Σχολής
οι περικοπές της απάντησης έγιναν απ την εφημερίδα
το άρθρο τούτο προκαλεί κατάπληξιν δια την τόλμην του αρθρογράφου να καθυβρίσει χωρίς να διασταυρώσει τας πληροφορίας του. Επειδή μεταξύ των άλλων ο αρθρογράφος θίγει υβριστικότατα και τα διδακτικά βιβλία Φυσικής του ΟΕΣΒ, είμαι υποχρεωμένος να γνωρίσω υμάς τα κάτωθι:
α) ο αρθογράφος, άγνωστον πόθεν αντλών το θάρρος, θεώρησεν άξιους «μηδενισμού» τους «εκπονητάς» των βιβλίων Φυσικής του ΟΕΣΒ. Εις τον όρον του «εκπονηταί βιβλίων» περιέλαβεν σαφώς ο αρθρογράφος αφενός μεν τον συγγραφέα των βιβλίων (αριστούχον του Πανεπιστημίου Αθηνών) και αφετέρου και τους κριτάς των βιβλίων τούτων, ήτοι τους αρμοδίους Εκπαιδευτικούς Συμβούλους, τους Γενικούς Επιθεωρητάς των Φυσικών και τους δυο Καθηγητάς της Φυσικής εις τα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης, οίτινες ως κριτές οι οποίοι ενέκρινον τοιαύτα κατά τον αρθρογράφον βιβλία Φυσικής
περεταίρω ο επιστολογράφος αναφέρει ότι τα «δύο βιβλία Φυσικής» αποτέλεσαν σταθμό εις την διδασκαλίαν της Φυσικής εις τα Γυμνάσιά μας, διότι κατά κοινήν ομολογίαν ύψωσαν την στάθμην της γυμνασιακής Φυσικής εις την εμπρέπουσαν θέσιν. Η επίδρασις αυτών των βιβλίων επί της σχολικής μας βιβλιογραφίας υπήρξεν άμεσος και καταφαίνεται εκ του εξής γεγονότος. Προ της εκδόσεως υπό του ΟΕΣΒ των βιβλίων Φυσικής εκυκλοφόρουν ελεύθερα βιβλία Φυσικής. Αμέσως όμως μετά την έκδοσιν των βιβλίων του ΟΕΣΒ όλοι οι συγγραφείς των προγενεστέρως εκδοθέντων ελευθέρων βιβλίων Φυσικής εκυκλοφόρησαν «Συμπληρώματα» του βιβλίου ή «νέαν έκδοσιν» με την ομολογίαν ότι ηναγκάσθησαν εκ των υστέρων να προσαρμόσουν την ύλην των βιβλίων των προς την ύλην των βιβλίων Φυσικής του ΟΕΣΒ, δια να περιλάβουν «όλα τα επιπλέον θέματα, του ΟΕΣΒ, αλλά δεν περιείχοντο εις τα προγενεστέρως εκδοθέντα βιβλία των. Αν λοιπόν τα βιβλία του ΟΕΣΒ ήταν τόσο άθλια, όσον τα θεωρεί ο αρθρογράφος, δεν θα υπήρχε λόγος να προσαρμοστούν προς αυτά εκ των υστέρων και δι εκτάκτων εκδόσεων . Η πρωτοφανής εις την ελληνικήν βιβλιογραφίαν λεπτομερής προσαρμογή όλων των προγενεστέρως εκδοθέντων βιβλίων προς το επίσημον διδακτικόν αποδεικνύει την αξίαν των, τα οποία απέβησαν το πρότυπον του γυμνασιακού βιβλίου Φυσικής. Η ύλη των βιβλίων τούτων ανταποκρίνεται προς τα σημερινά διαφέροντα και τας πνευματικάς ικανότητας των μαθητών μας
η απάντηση του Μάζη (3)
η αντίκρουση του Μάζη έχει συνταχθεί σε συμβατικό ακαδημαϊκό ύφος και με ήπιο τόνο αναφέρεται στην επίδραση των επίμαχων βιβλίων σε εκείνα του εμπορίου. Επιπλέον έμμεσα υπαινίσσεται ότι «ο λαμπρός καθηγητής» που επικαλείται ο Ρένος, ενδέχεται να ήταν κριτής των βιβλίων, παρότι αυτός ο ίδιος στη συνέχεια ενίσταται για την ποιότητά τους
για το θέμα με ενημέρωσε ο φίλος μου απ το 1973, Δημήτρης Βλάχος. Ό ίδιος διάβασε για τον «διάλογο» στη συλλογή δοκιμίων του Ρένου, «Κριτική του Μεταπολέμου», 1970, Εκδόσεις Νέα Ελληνικά
από πού όμως το έμαθε ο Ρένος;
πόσο «λάθος» είναι αυτά που «ο κ. Αλεξόπουλος αναφέρει ως λάθη»;
εφ ω έσπευσα να δω τον «εγκρίναντα»
οι «κομφόρμ» κι όσοι «δε σηκώνουν μύγα στο σπαθί»
![]()

οι «κομφόρμ» κι όσοι «δε σηκώνουν μύγα στο σπαθί»
οι «κομφόρμ» – οι κομφορμιστές – αυτοί που προσαρμόζονται στις θεσμικές επιταγές της κοινωνίας που ανήκουν, αποφεύγοντας να διαφοροποιηθούν από αυτή
η αλλαγή του βιβλίου του Διονυσίου Λεονταρίτη με το πιο σύγχρονο του Α. Μάζη μάλλον δεν αποτελεί πειστική αφορμή για την ένταση της διαμάχης,
το βιβλίο του Διονύσιου Λεονταρίτη, ΟΕΣΒ, 1940
αφού εξελίσσεται μεταξύ των εμπλεκόμενων στη συγγραφή των βιβλίων που κυκλοφορούσαν στο ελεύθερο εμπόριο και όλα μακροημέρευσαν εμπορικά μορφώνοντας τους μαθητές των «πρακτικών» απ τα μέσα του 1950 έως και τις αρχές του 1980. Μαθητές & δάσκαλοι δε φαίνεται να επηρεάστηκαν απ τη δημόσια διαμάχη που ανασυγκροτήθηκε εδώ. Αρκετοί μαθητές μάλιστα χρησιμοποίησαν στη μελέτη τους περισσότερα του ενός απ αυτά. Και οι τρεις σειρές βιβλίων – ο Μάζης στην πολύτομη εμπορική του εκδοχή- πέτυχαν διαχρονικά καλές πωλήσεις
ο συνεργάτης του Αλεξόπουλου Δ. Μαρίνος, θυμάται ότι ο Μάζης κατά τη συνάντηση με τον Αλεξόπουλο για τις προτεινόμενες διορθώσεις, δεν αποδέχτηκε τις περισσότερες απ αυτές. Παρότι αναγνώρισε κάποιες αρετές στο ευρύτερο συγγραφικό έργο του Μάζη, εκτίμησε την συγκεκριμένη επικοινωνία μαζί του ως «δύσκολη»
ο Μ. Μακρόπουλος που μόχλευσε με επιμονή το θέμα και αξιολόγησε ως μόνο σταθμό για τη διδασκαλία της Φυσικής τα βιβλία των Παλαιολόγου – Περιστεράκη, πριν περάσει στη συγγραφή των δικών του βιβλίων, υπήρξε λύτης των ασκήσεων των βιβλίων που εκθειάζει
ο Ρένος, πού προσεγγίζει συστηματικά όσα συμβαίνουν με την αντίληψη “μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση”, αντιμετώπισε τη στροφή εκείνης της εκπαιδευτικής και κοινωνικής περιόδου προς στα «θετικά» μαθήματα, ως περίπτωση «Α-παιδείας»
αφού η «κλασσική παιδεία» ως κύριος φορέας «Αγωγής» κλαδεύεται στα πλαίσια του εθνικού κράτους, επειδή επιδιώκει την ενίσχυση «αυτόνομου προσώπου» ενώ η τεχνοκρατία επιδιώκει την καλλιέργεια «ανθρώπινου υλικού» … και ο συνδικαλισμός προάγει εχθρούς των Αρχαίων και της Λογοτεχνίας
το απόσπασμα απ τη διπλωματική του Παντελή Ζεμπίλη, «Μάχες των Νέων Ελληνικών», (ΑΠΘ, 2016) – τα «Νέα Ελληνικά» ήταν το περιοδικό που διεύθυναν οι Ηρακλής & Ρένος Αποστολίδης
ο Ρένος ως αντίδοτο στην «Α – Παιδεία», επιδίωξε και πέτυχε στην πρώτη φάση της δικτατορίας του Παπαδόπουλου, με τον τύπο αναγκαστικά πειθήνιο, την υποχρεωτική δημοσίευση σε συνέχειες της "Ανθολογίας Νεοελληνικού Διηγήματος" σε όλες τις εφημερίδες της εποχής, δεσμεύοντας γι αυτό το λόγο ένα ολόκληρο φύλλο κάθε εβδομάδα. Εκείνη την περίοδο οι γνωστοί έλληνες λογοτέχνες είχαν συλλογικά επιλέξει σιωπή ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Αυτή η εβδομαδιαία σελίδα λογοτεχνίας αντιμετώπισε αντιδράσεις για την ανθολόγηση “απαγορευμένων” συγγραφέων (Δ. Χατζής, Μάριος Χάκκας) και δεν μακροημέρευσε. Δύο απόψεις για το θέμα: συνέντευξη του Ρένου στην Καθημερινή (2001) & Τάσος Κωστόπουλος, εφσυν (2015)
ο Κ. Αλεξόπουλος υπήρξε «Κομφόρμ»;
καταφεύγω σε μαρτυρίες από περιπτώσεις όπου η επιλογή στάσης κόστιζε περισσότερο από ότι η δημόσια έκθεση στις εφημερίδες
ο Λευτέρης Τσίλογλου, συνεργάτης στο φροντιστήριο «Ηράκλειτος» και ιστορικός της φροντιστηριακής παιδείας, ήταν φοιτητής του Αλεξόπουλου όταν αντιμετώπισε τη διαγραφή του απ το Φυσικό λόγω αντιδικτατορικής δράσης. Τον Αλεξόπουλο τον θυμάται να αναλαμβάνει την ευθύνη που αντιστοιχούσε σε δάσκαλο, χρησιμοποιώντας τις γραφειοκρατικές διεξόδους που θα προκαλούσαν τις ελάχιστες για την περίπτωση απώλειες
τυπικός, ψυχρός χωρίς ν’ αφήνει περιθώρια για πλησίασμα και παρεξηγήσεις είπε στον δικηγόρο μου
«εμείς θα τους διαγράψουμε. Δεν γίνεται αλλιώς. Εσείς θα υποβάλετε ένσταση την άλλη μέρα»
έτσι κι έγινε. Με τέτοιες νομικές διαδικασίες και διατυπώσεις η διαγραφή τυπικώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο «δεξιός» και «συντηρητικός» καθηγητής στάθηκε στο ύψος του, σε αντίθεση με πολλούς άλλους που τα προηγούμενα χρόνια πουλούσαν προοδευτική εικόνα, αλλά την κρίσιμη στιγμή δεν στάθηκαν άξιοι των προσδοκιών του λαού και των φοιτητών τους
όταν αυτές οι τακτικές, όπως επιδιώχτηκαν και λειτούργησαν στην περίπτωση του Τσίλογλου, που επιδίωκαν να διαφυλάξουν τους θεσμούς του ευρωπαϊκού πανεπιστήμιου σταμάτησαν να αποδίδουν, ο Αλεξόπουλος επέλεξε να παραιτηθεί από Πρύτανης, το 1972
η δεύτερη μαρτυρία προέρχεται απ τον Αλέξανδρο Σταυρόπουλο, καθηγητή στη Βιομηχανική Πειραιά, σήμερα τη λένε ΠΑΠΕΙ, και δημιουργό της βιομηχανίας ΒΙΟΡΥΛ. Στο αυτοβιογραφικό «ένας γεροχημικός θυμάται», 2011, αναφέρεται στην περίοδο της Κατοχής, όταν εκπονούσε τη διατριβή του με καθηγητή τον Λεωνίδα Ζέρβα και ξυλοκοπήθηκε από έλληνες αντικομουνιστές ενώ αποχωρούσε βραδινή ώρα απ το Χημείο
… ο Καίσαρ Αλεξόπουλος ήταν γερμανοσπουδαγμένος και Καρτεσιανός. Αυτός χώριζε τα πράγματα σε λογικά και μη λογικά. Όταν του αφηγηθήκαμε το περιστατικό με τους Χίτες, βρήκε ότι δεν ήταν «λογικό» αυτό που συνέβη. Δεν μας πολυπίστεψε και η συζήτηση σταμάτησε εδώ
ένα άλλο βράδυ βγαίνοντας όλοι μαζί απ το εργαστήριο, βρεθήκαμε σε περίπολο του ΕΛΑΣ αυτή τη φορά. Πάλι οι ίδιες ερωτήσεις, η έρευνα στις τσάντες … αυτή τη φορά τη γλυτώσαμε με φάπες και τον χαρακτηρισμό «φασίστες». Όπως απομακρυνθήκαμε τον ρώτησα «μήπως τώρα βρίσκετε λογικές τις φάπες;»
«είχατε δίκιο», αρκέστηκε να απαντήσει
οι δύο μαρτυρίες, σκιαγραφούν έναν πολίτη που λειτουργεί ορθολογικά μέσα στα θεσμικά πλαίσια και αναζητά λύσεις που έχουν μεν ενσυναίσθηση η οποία όμως εγκιβωτίζεται στους παραδοσιακούς πανεπιστημιακούς θεσμούς. Αντίθετα δηλαδή με αυτά που σηματοδοτεί η φλογερή πρόζα του Ρένου. Η δεύτερη μαρτυρία περιγράφει την αδράνεια που συνεπάγεται αυτή η στάση
η «σάγκα» της κριτικής των βιβλίων Φυσικής το 1958, που δεν επηρέασε την μακροημέρευση των κρινόμενων βιβλίων για τα επόμενα 25 χρόνια, θυμίζει σε κάποια σημεία και σημερινές εκπαιδευτικές συζητήσεις,
όπως τον σχολαστικό τρόπο της κριτικής θεμάτων και διδακτικών υλικών Φυσικής που συνοδεύεται από υπερβολικά κατηγορηματικούς χαρακτηρισμούς, σα να μην πέρασε μια μέρα απ το 1958
και τότε και σήμερα αυτές οι συζητήσεις διεξάγονται έντονα, όταν δημοσιοποιούνται τα θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων
οι υποψήφιοι των Πανελλαδικών εσαεί «σφαγιάζονται», τότε από αβελτηρίες των σχολικών βιβλίων, σήμερα από αντίστοιχες των θεματοδοτών
όποτε τα μαθήματα που λειτούργησαν κάποια περίοδο ως «πυλώνες» της εκπαίδευσης υποβαθμίζονται, προβλέπεται καταδίκη των μαθητών σε «Α-παιδεία» και παρακάμπτεται το ενδεχόμενο να έχει ξεπεραστεί η συγκεκριμένη διδακτική διαχείρισή τους
το γεγονός ότι εξήντα χρόνια μετά, αυτή η ίδια διαλεκτική βρίσκει ακροατήριο ενώ δεν διαπραγματεύεται, επιτέλους, κάποιες πρωτογενείς ή διαχρονικές αξίες,
εκτιμώ ότι δεν είναι εκείνη η διαλεκτική που θα μπορέσει να δώσει διέξοδο στην παρούσα εκπαιδευτική στασιμότητα