web analytics

μια άποψη για τον εθνικισμό & την εκπαίδευση

Την διατυπώνει ο Ρόμπερτ Ρέιχ, πρώην υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης Κλίντον

Χθες, νομοθέτες και από τα δύο κόμματα προσπάθησαν να συνδέσουν προσωπικά τον διευθύνοντα σύμβουλο της TikTok, Shou Zi Chew, με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Παρά τη δέσμευσή του να διατηρήσει ασφαλή τα δεδομένα των Αμερικανών χρηστών και να προστατεύσει το TikTok από ξένη χειραγώγηση, οι νομοθέτες υποστήριξαν επανειλημμένα ότι το TikTok είναι εργαλείο της κομμουνιστικής κυβέρνησης της Κίνας. Η Κάθι ΜακΜόρις Ρότζερς της πολιτείας της Ουάσιγκτον, η Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Επιτροπής Ενέργειας και Εμπορίου της Βουλής των Αντιπροσώπων, ισχυρίστηκε ότι «Το TikTok είναι ένα όπλο του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος για να μας κατασκοπεύει και να χειραγωγήσει τις επόμενες γενεές.

Δεν επιθυμώ να σχολιάσω την πρόκληση που αντιπροσωπεύει η Κίνα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τον μεγαλύτερο κίνδυνο που αντιμετωπίζει η Αμερική σήμερα κι’ αυτός δεν προέρχεται από την Κίνα. Είναι η στροφή μας προς τον πρόδρομο εκφασισμό. Δεν πρέπει δαιμονοποιήσουμε την Κίνα τόσο πολύ ώστε να δημιουργήσουμε παράνοια που διαστρεβλώνει ακόμα περισσότερο τις προτεραιότητές μας, ώστε να τροφοδοτήσει τον αμερικανικό νατιβισμό και την ξενοφοβία και που ενισχύει τον αυταρχισμό στο εσωτερικό. [Νατιβισμός είναι η ιδεολογία που υποστηρίζει ότι τα κράτη θα έπρεπε να κατοικούνται αποκλειστικά από μέλη της αυτόχθονης ομάδας («του έθνους») και ότι τα μη αυτόχθονα στοιχεία (πρόσωπα και ιδέες) απειλούν θεμελιωδώς την ομοιογένεια του έθνους-κράτους]

Υπάρχει διαφορά στο να αντιμετωπίζει κανείς την Κίνα ως αμφισβητία της αμερικανικής τεχνολογικής και οικονομικής κυριαρχίας, από το να την εκλαμβάνει ως δυνητική απειλή για την ύπαρξη της Αμερικής. Το πρώτο είναι σωστό και μπορεί να είναι επωφελές εάν προκαλέσει περισσότερες επενδύσεις στην αμερικανική εκπαίδευση, τη βασική έρευνα και τις υποδομές — από τα οποία εξαρτάται το μελλοντικό μας βιοτικό επίπεδο. Το δεύτερο οδηγεί σε στρατηγικές μηδενικού αθροίσματος και πιθανούς πολέμους.

Τη δεκαετία του 1980, όταν η Σοβιετική Ένωση άρχισε να καταρρέει, η Αμερική ανέδειξε ως επόμενη απειλή την Ιαπωνία. Τα αυτοκίνητα ιαπωνικής κατασκευής αφαιρούσαν μερίδιο αγοράς από τις τρεις μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες. Την ίδια στιγμή, η Mitsubishi απέκτησε σημαντικό μερίδιο του Rockefeller Center, η Sony αγόρασε την Columbia Pictures και η Nintendo σκέφτηκε να αγοράσει τους Seattle Mariners [ομάδα μπάσκετ].

Διεξήχθησαν ακροάσεις για την ιαπωνική «απειλή». Μέλη του Κογκρέσου πρότειναν ένα τσουνάμι νομοθεσιών για να κρατήσει την αμερικανική τεχνολογία μακριά από τα χέρια των Ιαπώνων. Ο τεχνοεθνικισμός μετασχηματίστηκε σε οργή.

Τα κινδυνολογικά βιβλία δαιμονοποίησαν την Ιαπωνία. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι οι υποτιθέμενες πληρωμές του Τόκιο σε Αμερικανούς με επιρροή είχαν σχεδιαστεί για να επιτύχουν «αποτελεσματική πολιτική κυριαρχία στις Ηνωμένες Πολιτείες».  Άλλοι, ισχυρίστηκαν ότι η Ιαπωνία ωθούσε τις κεφαλαιαγορές της να υπονομεύσουν τις αμερικανικές εταιρείες. Η Νέα Οικονομική Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας και η απειλή που εκπροσωπούσε για την Αμερική έθετε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κίνδυνο να πέσουν θύματα μιας «εχθρικής ιαπωνικής… παγκόσμιας τάξης». Ότι «η δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών και η ποιότητα της αμερικανικής ζωής μειώνονται γρήγορα από κάθε άποψη». Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι η Ιαπωνία «απειλεί τον τρόπο ζωής μας και εν τέλει τις ελευθερίες μας όσο και οι κίνδυνοι του παρελθόντος από τη Ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση».

Όμως δεν υπήρχε φαύλο σχέδιο. Η Αμερική απέτυχε να αναγνωρίσει ότι η Ιαπωνία είχε επενδύσει πολλά στη δική της εκπαίδευση, έρευνα και υποδομή – κάτι που της επέτρεψε να παράγει προϊόντα που ήθελαν να αγοράσουν οι Αμερικανοί καταναλωτές. Δεν είδαμε ότι το δικό μας χρηματοπιστωτικό σύστημα άρχισε να μοιάζει με καζίνο, απαιτώντας άμεσα κέρδη έναντι μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Παραβλέψαμε ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα άφησε σχεδόν το 80 τοις εκατό των νέων μας ανίκανους να κατανοήσουν ένα ειδησεογραφικό περιοδικό και πολλούς ακόμα ανέτοιμους για την αγορά εργασίας.

Αγνοήσαμε ότι οι υποδομές μας υπέφεραν από ανασφαλείς γέφυρες και δρόμους με λακκούβες που αδυνάτισαν την παραγωγικότητά μας.

Το ερώτημα για την Αμερική – που τελεί πιο βαθιά διχασμένη από ότι σε προηγούμενες γενιές – βρίσκεται στο αν είναι δυνατόν να ξαναβρούμε την ταυτότητα και τις αμοιβαίες μας ευθύνες χωρίς να δημιουργήσουμε άλλον ένα εχθρό.

Loading

Subscribe
Ειδοποίηση για
7 Σχόλια
Inline Feedbacks
Όλα τα σχόλια
Διονύσης Μάργαρης
Αρχισυντάκτης
28/03/2023 2:09 ΜΜ

Καλό μεσημέρι Γιώργο.
το εκπαιδευτικό μας σύστημα άφησε σχεδόν το 80 τοις εκατό των νέων μας ανίκανους να κατανοήσουν ένα ειδησεογραφικό περιοδικό και πολλούς ακόμα ανέτοιμους για την αγορά εργασίας.”
Έχω την αίσθηση ότι, καλά πάμε!
Μια χαρά πρότυπα έχουμε, σαν χώρα…

Χριστόπουλος Γιώργος

Γιώργο καλημέρα. Συμφωνώντας με τον Διονύση θα πω και αυτό που επισημαίνω χρόνια τώρα. Παρ’ ολα τα κακώς κείμενα του εκπαιδευτικού μας συστήματος η τελική συνιστώσα είναι θετική συναγωνιζόμενη με την αντίστοιχη στα ” προηγμένα” συστήματα ως προς τα αποτελέσματα. Όχι πως πολλά πράγματα δεν χρειάζονται βελτίωση η σχεδιασμό από την αρχή σύμφωνα με τις νέες απαιτήσεις.

Τελευταία διόρθωση3 έτη πριν από Διονύσης Μάργαρης
Μερκούρης Παναγιωτόπουλος

Γιώργο καλημέρα. Σ’ ευχαριστώ για την ανάρτηση, γιατί πέρα από το ενδιαφέρον περιεχόμενό της, μου έδωσες την ευκαιρία να έρθω σ’ επαφή με τα γραπτά ενός ανοιχτόμυαλου ανθρώπου.
https://robertreich.org/

Αρης Αλεβίζος
Αρχισυντάκτης
29/03/2023 11:55 ΜΜ

Γεια σου Γιώργο, γεια σε όλους.

Με αφορμή τις φράσεις:

«Δεν είδαμε ότι το δικό μας χρηματοπιστωτικό σύστημα άρχισε να μοιάζει με καζίνο, απαιτώντας άμεσα κέρδη έναντι μακροπρόθεσμων επενδύσεων.» 

Στο κείμενο του Ρόμπερτ Ρέιχ.

 

«υπάρχουν και οι φωνές στη μεγάλη χώρα της Δύσης

που αυτοκριτικά αντιμετωπίζουν τις οικονομίες – καζίνο ως την βασική πηγή των κρίσεων στην οικονομία, τις υποδομές, την εκπαίδευση, την υγεία»

Στο κείμενο του Γιώργου.

 

να θυμίσω λίγο πιο αναλυτικά τα βήματα που οδήγησαν στην οικονομία καζίνο.

 

Oι σπουδαιότεροι οικονομολόγοι των ΗΠΑ βρίσκουν, επιτέλους, την ρίζα του κακού: Την κατάργηση της διάκρισης, το 1999 επί Μπιλ Κλίντον, μεταξύ «εμπορικών» και «επενδυτικών» τραπεζών κάτω από την εμφάνιση ακραίων νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων.

Ήταν η ίδια αιτία που προκάλεσε και την κατάρρευση της Lehman Brothers η οποία έπληξε την παγκόσμια οικονομία, ενώ άνοιξε τις πύλες της κολάσεως και για την πατρίδα μας.

Τα γεγονότα.
►Υπήρξε  ο νόμος Glass-Steagall που ίσχυσε στις Η.Π.Α. μετά το 1933, με στόχο την προστασία της αμερικανικής οικονομίας από χρηματοπιστωτικές εκρήξεις ανάλογες εκείνης του 1929. Την προστασία αυτή επιτύγχανε το κατά τ’ ανωτέρω νομοθέτημα μέσ’ από την εμπέδωση της «τραπεζικής πίστης», δια της οδού της διασφάλισης των καταθέσεων ακόμη και σε περίπτωση χρεοκοπίας μιας τράπεζας.

Το νόμο Glass-Steagall συμπλήρωσαν, στην συνέχεια, επιμέρους κανονισμοί λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος οι οποίοι, μεταξύ άλλων, οδήγησαν και στην καθιέρωση της βασικής διάκρισης μεταξύ «εμπορικών τραπεζών» και «επενδυτικών τραπεζών», με τις πρώτες ν’ αποτελούν την «ατμομηχανή» στην πορεία κατοχύρωσης της «τραπεζικής πίστης»: Οι εμπορικές τράπεζες, επειδή στηρίζονται στις καταθέσεις αποταμιευτών, οφείλουν να τηρούν αυστηρούς κανόνες και ως προς τα δάνεια τα οποία χορηγούν και ως προς τις λοιπές επενδύσεις, στις οποίες προβαίνουν, για να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμες ν’ ανταποκριθούν και στις πιο μαζικές αναλήψεις. Ενώ οι επενδυτικές τράπεζες, ως μη βασιζόμενες τόσο στις καταθέσεις όσο σ’ επενδυτικά σχέδια για τους πελάτες τους -οι οποίοι αναλαμβάνουν έτσι και τον σχετικό κίνδυνο- λειτουργούν με χαλαρότερους χρηματοπιστωτικούς κανόνες, που ανέχονται την εκ μέρους τους διακινδύνευση βραχυπρόθεσμων ή και μακροπρόθεσμων επενδύσεων κάθε μορφής.

 

Μόλις όμως ξεκίνησε η προεδρία του Ronald Reagan, το 1980, και υπό την ακατάσχετη επιρροή νεοφιλελεύθερων χρηματοπιστωτικών αντιλήψεων, η διάκριση μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών άρχισε να καταργείται στην πράξη.

 ►Την αφετηρία σηματοδότησε το 1982 ο νόμος Garn-St Germain, τον οποίο ο ίδιος ο Reagan, οπαδός της νεοφιλελεύθερης «απορρύθμισης» στην οικονομία, χαρακτήρισε ως «το πρώτο βήμα ενός ολοκληρωμένου προγράμματος χρηματοπιστωτικής απορρύθμισης». 
Την «ταφόπλακα» στη διάκριση μεταξύ εμπορικών κι επενδυτικών τραπεζών έβαλε επί της προεδρίας του ο Bill Clinton, όταν πλέον και κατάργησε όλους, σχεδόν, τους κανονισμούς, οι οποίοι θεσμοθετούσαν την διάκριση αυτή (νόμος Gramm-Leach-Bliley του 1999). Και κάπως έτσι στις ΗΠΑ -και όχι μόνο, λόγω της τεράστιας επιρροής του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό γίγνεσθαι- και οι εμπορικές τράπεζες μπήκαν για τα καλά στους «πειρασμούς» εξαιρετικά επικίνδυνων επενδυτικών συμπεριφορών.