
Πανελλαδικές Φυσικής 2026: Ιούνιος και Επαναληπτικές
Μια σύγκριση της πραγματικής εξεταστικής δυσκολίας
Το βασικό συμπέρασμα: τα επαναληπτικά θέματα του Σεπτεμβρίου 2026 απαιτούν, σε κρίσιμα σημεία, μεγαλύτερη εννοιολογική αυτονομία από τον υποψήφιο και είναι δυσκολότερα ως προς την επίτευξη υψηλής βαθμολογίας.
Η σύγκριση δύο εξεταστικών δοκιμίων δεν μπορεί να γίνεται μόνο μετρώντας τύπους, πράξεις ή κεφάλαια της ύλης. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: πόσο εύκολα μπορεί ένας καλά προετοιμασμένος μαθητής, μέσα σε τρεις ώρες, να αναγνωρίσει τη φυσική ιδέα, να επιλέξει τη σωστή μέθοδο και να τη διατυπώσει χωρίς απώλειες μονάδων; Με αυτό το κριτήριο, η διαφορά ανάμεσα στα θέματα της τακτικής περιόδου του Ιουνίου και στα επαναληπτικά του Σεπτεμβρίου 2026 είναι εμφανής.
Τα θέματα του Ιουνίου αποδείχθηκαν ιδιαίτερα «φιλικά» προς την υψηλή βαθμολογία.
Το γεγονός ότι το 30% των εξεταζόμενων βρέθηκε στην κλίμακα 18-20 αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι το διαγώνισμα, παρά τη θεματική του έκταση, δεν έκρυβε πολλές πραγματικές δυσκολίες για έναν καλά προετοιμασμένο υποψήφιο. Η εικόνα των επαναληπτικών είναι διαφορετική.
Το Θέμα Β κάνει τη διαφορά
Στα επαναληπτικά, ολόκληρο το Θέμα Β -δηλαδή 25 μονάδες- απαιτεί ουσιαστική κατανόηση και όχι απλή αναπαραγωγή μιας γνώριμης τεχνικής. Το Β1 με τη συμβολή κυμάτων προϋποθέτει σωστή μετάβαση από τη χρονική διαφορά στη διαφορά φάσης και έπειτα στο είδος της συμβολής. Ο μαθητής πρέπει να καταλάβει τι σημαίνει φυσικά το 5T/2 και όχι απλώς να αναζητήσει έναν έτοιμο τύπο.
Το Β2, με τον τροχό που πρέπει να υπερπηδήσει εμπόδιο ύψους R/5, είναι σαφώς πιο απαιτητικό από το αντίστοιχο Β2 του Ιουνίου.
Στον Ιούνιο, η δύναμη μεταξύ δύο παράλληλων ρευματοφόρων αγωγών οδηγεί σχεδόν αλγοριθμικά σε έναν λόγο δυνάμεων: μεταβάλλονται η ένταση του ρεύματος και η απόσταση και ο μαθητής εφαρμόζει μια γνωστή αναλογία.
Στα επαναληπτικά, αντίθετα, πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει την οριακή συνθήκη για να αρχίσει ο τροχός να υπερπηδά το εμπόδιο, να επιλέξει το κατάλληλο σημείο αναφοράς και να χειριστεί σωστά τη γεωμετρία των μοχλοβραχιόνων. Αυτό είναι πρόβλημα φυσικής, όχι μηχανική εφαρμογή τύπου.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το Β3. Η έκκεντρη ελαστική κρούση δύο ίσων μαζών, με τη δεύτερη αρχικά ακίνητη, δεν λύνεται με μια έτοιμη σχέση του σχολικού βιβλίου. Ο υποψήφιος πρέπει να συνδυάσει τη διανυσματική διατήρηση της ορμής με τη διατήρηση της κινητικής ενέργειας και να αναγνωρίσει ότι από αυτές προκύπτει η καθετότητα των δύο τελικών ταχυτήτων. Πρόκειται για ερώτημα που ελέγχει πραγματική κατανόηση και ικανότητα σύνθεσης.
Το επιπλέον «φίλτρο» των 6 μονάδων
Στο Θέμα Δ των επαναληπτικών υπάρχει ακόμη ένα σημείο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Στο Δ3β δεν ζητείται απλώς να χρησιμοποιηθεί η γνωστή σχέση της επαγωγικής ΗΕΔ, Eεπ = Bυℓ.
Ζητείται να αποδειχθεί.
Αυτό αλλάζει ουσιαστικά τον χαρακτήρα του ερωτήματος. Ο μαθητής πρέπει να ξεκινήσει από τον νόμο του Faraday, να συνδέσει τη μεταβολή της μαγνητικής ροής με τη μεταβολή του εμβαδού και να δείξει ότι dA/dt = ℓυ. Η σχέση μπορεί να είναι οικεία από τη διδασκαλία, αλλά άλλο είναι να την εφαρμόζει κανείς και άλλο να την ανακατασκευάζει με πλήρη αιτιολόγηση σε συνθήκες εξέτασης. Είναι εύλογο να αναμένεται ότι αρκετοί υποψήφιοι θα χάσουν εδώ μέρος ή και το σύνολο των 6 μονάδων.
25 μονάδες του Θέματος Β + 6 μονάδες της απόδειξης = 31 μονάδες αυξημένης απαιτητικότητας
Τι συμβαίνει στα Θέματα Γ και Δ;
Μπορεί κανείς να συζητήσει αν τα Θέματα Γ και Δ των δύο εξεταστικών περιόδων είναι περίπου ισοδύναμα ή αν κάποιο από αυτά έχει μικρό προβάδισμα δυσκολίας. Το κρίσιμο όμως είναι ότι ακόμη και αν δεχθούμε, για λόγους σύγκρισης, ότι τα Γ και Δ έχουν συνολικά παρόμοια δυσκολία, η διαφορά στο Θέμα Β και στο αποδεικτικό ερώτημα του Δ παραμένει αρκετή ώστε να αλλάξει την εικόνα ολόκληρου του διαγωνίσματος.
Το ζήτημα δεν είναι αν ένας πολύ καλός μαθητής μπορεί να λύσει τα επαναληπτικά θέματα.
Βεβαίως και μπορεί. Το ερώτημα είναι πόσο εύκολα μπορεί να τα λύσει χωρίς απώλειες, ώστε να κινηθεί στην περιοχή του 18-20. Και εκεί ακριβώς τα επαναληπτικά εμφανίζουν περισσότερα σημεία στα οποία απαιτείται πρωτοβουλία, σωστή φυσική κρίση και πλήρης αιτιολόγηση.
Η ουσία της σύγκρισης
Η δυσκολία ενός θέματος δεν μετριέται από το πόσο εντυπωσιακή είναι η εκφώνησή του, αλλά από το πόσες αποφάσεις πρέπει να πάρει ο μαθητής μόνος του. Τα θέματα του Ιουνίου 2026, όπως έδειξε και η βαθμολογική κατανομή, επέτρεψαν σε πολύ μεγάλο ποσοστό υποψηφίων να φτάσουν σε εξαιρετικά υψηλές επιδόσεις. Στα επαναληπτικά, η εικόνα είναι πιο απαιτητική: το Θέμα Β λειτουργεί ως πραγματικό φίλτρο κατανόησης και η απόδειξη στο Δ προσθέτει ένα ακόμη σημείο πιθανής απώλειας μονάδων.
Γι’ αυτό η σύγκριση δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα δύο δοκίμια είναι ισοδύναμα. Αντίθετα, ως προς την πιθανότητα επίτευξης άριστης βαθμολογίας, τα επαναληπτικά του 2026 φαίνονται σαφώς δυσκολότερα.
| Συμπέρασμα. Η διαφορά δεν βρίσκεται κυρίως στην ποσότητα της ύλης, αλλά στην ποιότητα της απαιτούμενης σκέψης. Στα επαναληπτικά, περίπου το ένα τρίτο του γραπτού περιλαμβάνει ερωτήματα στα οποία ο μαθητής δεν αρκεί να θυμάται: πρέπει να κατανοεί, να επιλέγει και να αποδεικνύει. |
Πού βρίσκεται το πρόβλημα και γιατί αδικεί τους μαθητές των επαναληπτικών εξετάσεων
Το άρθρο 13Α παρ. 4 του ν. 4186/2013, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4777/2021 και στη συνέχεια με τον ν. 4975/2022, ορίζει ότι για να εισαχθεί υποψήφιος που συμμετέχει στις επαναληπτικές Πανελλαδικές σε συγκεκριμένο Τμήμα πρέπει σωρευτικά:
- Να έχει πετύχει την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) του Τμήματος της τακτικής εξεταστικής περιόδου.
- Αν απαιτείται ειδικό μάθημα ή πρακτική δοκιμασία, να έχει πετύχει και την αντίστοιχη ΕΒΕ.
- Και να συγκεντρώνει συνολικό αριθμό μορίων τουλάχιστον ίσο με εκείνον του τελευταίου επιτυχόντα της τακτικής εξεταστικής περιόδου στη συγκεκριμένη σχολή ή Τμήμα.
Η ισχύουσα διάταξη αναφέρει επί λέξει:
«[…] συνολικό αριθμό μορίων στα πανελλαδικά εξεταζόμενα μαθήματα τουλάχιστον ίσο με αυτόν του τελευταίου επιτυχόντα των πανελλαδικών εξετάσεων της τακτικής εξεταστικής περιόδου […] στη συγκεκριμένη σχολή, τμήμα ή εισαγωγική κατεύθυνση.»
Άρα, δεν αρκεί ο υποψήφιος των επαναληπτικών να ξεπεράσει την ΕΒΕ. Υπάρχει και δεύτερο, αυστηρότερο κατώφλι: δεν μπορεί να εισαχθεί με λιγότερα μόρια από τη βάση που διαμορφώθηκε για τον τελευταίο εισαχθέντα στην κανονική εξεταστική περίοδο του ίδιου έτους.
Για παράδειγμα, αν τον Ιούνιο η βάση ενός Τμήματος διαμορφώθηκε στα 17.250 μόρια, τότε ένας υποψήφιος των επαναληπτικών:
- με 17.249 μόρια δεν μπορεί να εισαχθεί στο συγκεκριμένο Τμήμα, ακόμη και αν υπάρχει διαθέσιμη θέση της ειδικής κατηγορίας,
- με 17.250 ή περισσότερα μόρια πληροί αυτή την προϋπόθεση, αλλά στη συνέχεια συναγωνίζεται τους υπόλοιπους υποψηφίους των επαναληπτικών για τις διαθέσιμες θέσεις.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από την εγκύκλιο διεξαγωγής των επαναληπτικών Πανελλαδικών του 2025, η οποία επαναλαμβάνει ακριβώς τις τρεις παραπάνω προϋποθέσεις.
Η ρύθμιση υπάρχει ήδη από τον ν. 4468/2017. Στην αρχική διάταξη αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι προϋπόθεση εισαγωγής είναι βαθμολογία «τουλάχιστον ίση με αυτήν του τελευταίου επιτυχόντα» της τακτικής εξεταστικής περιόδου.»
Μάλιστα, το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας, όταν θεσπίστηκε το σύστημα το 2017, το είχε διατυπώσει ακόμη πιο απλά: «βαθμολογία τουλάχιστον ίση με αυτήν του τελευταίου επιτυχόντα των πανελλαδικών εξετάσεων του Ιουνίου στο συγκεκριμένο τμήμα».
Θοδωρής Παπασγουρίδης
Καθηγητής Φυσικής στη δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
![]()