
Ο Νίκος Σαραντάκος μου έκανε την τιμή, να φιλοξενήσει στη σελίδα του Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία τις “Λέξεις της καθημερινής γλώσσας από τη Φυσική”. Τον ευχαριστώ πολύ και από εδώ και αναδημοσιεύω το σώμα της σημερινής ανάρτησης από το ιστολόγιό του.
Μεταφορές που σχετίζονται με έννοιες φυσικής
Δύσκολο να φανταστούμε τη γλώσσα χωρίς τη χρήση μεταφορών. Στην παρακάτω λίστα παρουσιάζονται μεταφορικές εκφράσεις στον καθημερινό λόγο που έχουν σχέση με έννοιες φυσικής. Για κάποιες από αυτές ζητήθηκε η συνδρομή της Τ.Ν., πράγμα που αποδείχθηκε μάλλον μπελάς παρά βοήθεια, αφού σε αρκετές περιπτώσεις επινοούσε εκφράσεις που δεν φαίνονταν συνηθισμένες. Αφού τη μαλώσαμε και της απαγορεύσαμε τα γνωστά σαλιαρίσματα, μας παρουσίασε κάποια παραδείγματα κυρίως από τον Τύπο.
- αδράνεια
Στη φυσική: η ιδιότητα της ύλης να αντιστέκεται στη μεταβολή της κινητικής της κατάστασης
Μεταφορικά: δηλώνει τη στασιμότητα ή την παθητικότητα, για παράδειγμα “η αδράνεια της κοινωνίας απέναντι στο πρόβλημα οδηγεί στη διαιώνισή του”.
- αλυσιδωτή αντίδραση
Στη φυσική: αυτοτροφοδοτούμενη αντίδραση που συμβαίνει κατά τη σχάση ραδιενεργών πυρήνων και οδηγεί στην αποδέσμευση μεγάλου ποσού ενέργειας.
Μεταφορικά: δηλώνει μια σειρά γεγονότων – το ένα συνέπεια του προηγούμενου – με ενίοτε απρόβλεπτη κατάληξη. Για παράδειγμα “η αύξηση της τιμής του πετρελαίου προκάλεσε αλυσιδωτή αντίδραση στις τιμές των τροφίμων”.
- απόλυτο μηδέν
Στη φυσική: το ελάχιστο όριο θερμοκρασίας που θα μπορούσε να επιτευχθεί στο σύμπαν, περίπου -273 βαθμοί Κελσίου.
Μεταφορικά: δηλώνει πλήρη αποτυχία, για παράδειγμα “Ολυμπιακός: το απόλυτο μηδέν στα τρίποντα”.
- βαρύτητα
Στη φυσική: η ελκτική δύναμη μεταξύ μαζών
Μεταφορικά: δηλώνει σπουδαιότητα ή σοβαρότητα, για παράδειγμα “τα εγκλήματά του είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα”.
- βραχυκύκλωμα
Στη φυσική: σύνδεση δύο σημείων ηλεκτρικού κυκλώματος με αγωγό πολύ μικρής αντίστασης.
Μεταφορικά: δηλώνει σύγχυση, για παράδειγμα “ο εγκέφαλός μου βραχυκύκλωσε”, αλλά δηλώνει και παρεμπόδιση της φυσιολογικής εξέλιξης μιας διαδικασίας, για παράδειγμα “υπάρχουν δυνάμεις που προσπαθούν συστηματικά να βραχυκυκλώσουν τους μηχανισμούς και τις λειτουργίες του κράτους”.
- γείωση
Στη φυσική: η αγώγιμη σύνδεση ενός σημείου κυκλώματος με το έδαφος.
Μεταφορικά: σημαίνει σύνδεση με την πραγματικότητα, για παράδειγμα “ο πρωθυπουργός γείωσε την εκλογολογία και τον ανασχηματισμό”, αλλά μπορεί να σημαίνει και απόρριψη, για παράδειγμα “με γείωσε κανονικότατα”.
- διάθλαση
Στη φυσική: η αλλαγή διεύθυνσης μιας ακτίνας φωτός, όταν αλλάζει μέσο διάδοσης.
Μεταφορικά: δηλώνει ότι κάτι μπορεί να υποστεί τροποποίηση, για παράδειγμα “οι ειδήσεις υφίστανται διάθλαση μέσω των περισσότερων Μ.Μ.Ε.”
- διασκεδασμός
Στη φυσική: η εξάρτηση της ταχύτητας διάδοσης ενός κύματος σε δεδομένο μέσο από τη συχνότητά του.
Μεταφορικά: δηλώνει πράξη που επιχειρεί να ξεκαθαρίσει μια κατάσταση, για παράδειγμα “προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις”.
- δράση – αντίδραση
Στη φυσική: το 3ο αξίωμα του Νεύτωνα, αν ένα σώμα Α ασκεί δύναμη σε σώμα Β, τότε και το Β ασκεί αντίθετη δύναμη στο Α.
Μεταφορικά: δηλώνει ότι για κάθε πράξη υπάρχει μια συνέπεια. Για παράδειγμα “ Στην πολιτική σκηνή ισχύει συχνά ο νόμος της δράσης – αντίδρασης: κάθε νέα κυβερνητική απόφαση προκαλεί την άμεση απάντηση της αντιπολίτευσης”.
- ελαστικότητα
Στη φυσική: ελαστικό είναι ένα μοντέλο σώματος που δεν παραμορφώνεται μόνιμα.
Μεταφορικά: δηλώνει ευελιξία, για παράδειγμα “οι νέες συνθήκες εργασίας απαιτούν μεγαλύτερη ελαστικότητα εκ μέρους των εργαζομένων”, αλλά μπορεί να δηλώσει και ανοχή, για παράδειγμα “το δικαστήριο επέβαλλε ελαστική ποινή στον κατηγορούμενο”.
- ελεύθερη πτώση
Στη φυσική: η κατακόρυφη πτώση ενός αρχικά ακίνητου σώματος με την επίδραση του βάρους του.
Μεταφορικά: δηλώνει την ανεξέλεγκτη καθοδική πορεία, για παράδειγμα “το χρηματιστήριο είναι σε ελεύθερη πτώση”.
- ένταση
Στη φυσική: αναφερόμαστε μεταξύ άλλων σε ένταση πεδίου, ένταση ρεύματος, ένταση ακτινοβολίας.
Μεταφορικά: δηλώνει εκνευρισμό ή διαφωνία, για παράδειγμα “ κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης υπήρξε μεγάλη ένταση”.
- εντροπία
Στη φυσική: μέγεθος που μετρά την αταξία ενός συστήματος.
Μεταφορικά: δηλώνει την αποδιοργάνωση, την αύξηση της αταξίας. Για παράδειγμα “η παρατεταμένη κρίση και η αδυναμία των θεσμών οδήγησαν την πολιτική ζωή σε μια διαδικασία επιταχυνόμενης πολιτικής εντροπίας”.
- ετερώνυμα φορτία
Στη φυσική: δύο ετερώνυμα ηλεκτρικά φορτία έλκονται ενώ δύο ομώνυμα απωθούνται.
Μεταφορικά: περιγράφει την έλξη μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές προσωπικότητες, για παράδειγμα “ Αν και έχουν τελείως διαφορετικούς χαρακτήρες, είναι μαζί χρόνια. Φαίνεται πως στην περίπτωση τους τα ετερώνυμα έλκονται”.
- ηλεκτρισμένο σώμα
Στη φυσική: ένα σώμα είναι ηλεκτρισμένο, όταν το πλήθος πρωτονίων και ηλεκτρονίων του είναι διαφορετικό.
Μεταφορικά: δηλώνει ένταση, για παράδειγμα “η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη”.
- κβαντικό άλμα
Στη φυσική: η μετάβαση των ηλεκτρονίων μεταξύ επιτρεπτών σταθμών στο άτομο γίνεται κατά διακριτό και όχι συνεχή τρόπο.
Μεταφορικά: δηλώνει καινοτομία, επαναστατική αλλαγή, για παράδειγμα “η Τ.Ν. τα τελευταία χρόνια έχει σημειώσει κβαντικό άλμα”.
- κέντρο βάρους
Στη φυσική: το σημείο εφαρμογής του βάρους ενός σώματος.
Μεταφορικά: δηλώνει το πού εστιάζεται η προσοχή, για παράδειγμα “το κέντρο βάρους της κυβερνητικής ατζέντας μετατοπίστηκε από την οικονομία στην παιδεία”.
- κρίσιμη μάζα
Στη φυσική: είναι η ελάχιστη ποσότητα σχάσιμου υλικού, που απαιτείται ώστε να πραγματοποιηθεί αλυσιδωτή πυρηνική αντίδραση.
Μεταφορικά: το ελάχιστο απαιτούμενο όριο για να επέλθει συγκεκριμένη αλλαγή, για παράδειγμα “χωρίς κρίσιμη μάζα κεφαλαίων η επένδυση δεν μπορεί να προχωρήσει”.
- κρούση
Στη φυσική: η ισχυρή και σύντομη αλληλεπίδραση μεταξύ σωμάτων.
Μεταφορικά: δηλώνει τη δυναμική δράση, για παράδειγμα “το κόμμα συγκρότησε ομάδα κρούσης για να οργανώσει την προεκλογική εκστρατεία”.
- κύκλωμα
Στη φυσική: αγώγιμη διαδρομή αποτελούμενη από καλώδια, πηγή, ηλεκτρικούς καταναλωτές και διακόπτη. Με κλειστό το διακόπτη το κύκλωμα διαρρέεται από ρεύμα.
Μεταφορικά: δηλώνει μια ομάδα ανθρώπων, συνήθως ομότεχνων, στην οποία είναι δύσκολο να εισχωρήσει κάποιος, για παράδειγμα “καλλιτεχνικό κύκλωμα”, αλλά δηλώνει επίσης και μια ομάδα ατόμων που δρουν παράνομα, για παράδειγμα “κύκλωμα αρχαιοκαπηλίας”.
- μαύρη τρύπα
Στη φυσική: είναι το αποτέλεσμα της βαρυτικής κατάρρευσης γιγάντιων άστρων.
Μεταφορικά: δηλώνει κάποιο μεγάλο πρόβλημα, του οποίου η αντιμετώπιση δεν είναι αποτελεσματική, για παράδειγμα “η μαύρη τρύπα της οικονομίας”.
- μήκος κύματος
Στη φυσική: μήκος κύματος είναι η απόσταση στην οποία διαδίδεται ένα κύμα σε χρόνο μιας περιόδου.
Μεταφορικά: χρησιμοποιείται για να δηλώσει συμφωνία, για παράδειγμα “βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος”.
- momentum
Στη φυσική: momentum (ορμή) είναι το γινόμενο της μάζας ενός σώματος επί την ταχύτητά του. Ο ρυθμός μεταβολής της εκφράζει τη δύναμη κατά την αλληλεπίδραση δύο σωμάτων.
Μεταφορικά: η δυναμική για την επίτευξη στόχων, για παράδειγμα “η εθνική μας έχει το momentum για να κερδίσει”.
- πίεση
Στη φυσική: μακροσκοπικά είναι το πηλίκο δύναμης ανά μονάδα επιφάνειας.
Μεταφορικά: δηλώνει μια δυσμενή κατάσταση, για παράδειγμα “η κυβέρνηση βρίσκεται υπό πίεση εξαιτίας της κοινής γνώμης”.
- πόλωση
Στη φυσική: φαινόμενο κατά το οποίο ο προσανατολισμός του ηλεκτρικού πεδίου στα ηλεκτρομαγνητικά κύματα περιορίζεται σε συγκεκριμένο επίπεδο.
Μεταφορικά: δηλώνει την ύπαρξη ασυμβίβαστων άκρων, για παράδειγμα “η προεκλογική περίοδος ήταν ως συνήθως πολωμένη”.
- πυκνότητα
Στη φυσική: το πηλίκο της μάζας ενός σώματος δια τον όγκο του
Μεταφορικά: η συγκέντρωση νοήματος ή πληροφορίας, για παράδειγμα “το κείμενο διακρίνεται για τη νοηματική του πυκνότητα”.
- ροπή
Στη φυσική: η ικανότητα μιας δύναμης να προκαλεί περιστροφή γύρω από σημείο.
Μεταφορικά: εκφράζει την τάση προς κάποια κατεύθυνση, για παράδειγμα “έχει ροπή προς τον τζόγο”.
- σημείο βρασμού
Στη φυσική: η θερμοκρασία στην οποία συμβαίνει αλλαγή φάσης από υγρή σε αέρια κατάσταση.
Μεταφορικά: το όριο πέρα από το οποίο μια κατάσταση είναι μη διαχειρίσιμη, για παράδειγμα “η κοινωνική δυσαρέσκεια έφτασε σε σημείο βρασμού”.
- συντονισμός
Στη φυσική: μεγιστοποίηση του πλάτους σε εξαναγκασμένη ταλάντωση.
Μεταφορικά: χρησιμοποιείται για να δηλώσει οργάνωση και συμφωνία, για παράδειγμα “η αστυνομία έπειτα από συντονισμένες προσπάθειες εξάρθρωσε τα μέλη της σπείρας”.
- τριβή
Στη φυσική: η δύναμη που εμφανίζεται μεταξύ επιφανειών όταν υπάρχει ή τείνει να υπάρξει σχετική κίνηση μεταξύ τους.
Μεταφορικά: δηλώνει ένταση ή διαφωνία, για παράδειγμα “οι διαφορετικές απόψεις τους προκάλεσαν έντονη τριβή μεταξύ τους”, αλλά μπορεί να δηλώσει και εξοικείωση με κάτι, για παράδειγμα “η τριβή με τις ασκήσεις άλγεβρας θα βελτιώσει τις επιδόσεις σου”.
- τροχιά
Στη φυσική: η γραμμή που ενώνει όλα τα σημεία από τα οποία περνά ένα κινούμενο σώμα.
Μεταφορικά: η ακολουθούμενη πορεία, για παράδειγμα “η εταιρεία βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης”.
- φάσμα
Στη φυσική: η κατανομή των τιμών ενός μεγέθους σε συγκεκριμένο εύρος.
Μεταφορικά: δηλώνει την ποικιλία επιλογών ή θεμάτων, για παράδειγμα “η κλιματική αλλαγή ευαισθητοποιεί πολίτες από όλο το πολιτικό φάσμα”.
- φυγόκεντρος δύναμη
Στη φυσική: (ψευδο) δύναμη που χρησιμοποιείται σε μη αδρανειακά συστήματα αναφοράς.
Μεταφορικά: δηλώνει τάση που τείνει να απομακρύνει τα μέλη ενός συνόλου, για παράδειγμα “οι συνεχείς διαφωνίες μεταξύ των μελών δημιουργούν φυγόκεντρες τάσεις που απειλούν τη συνοχή του κόμματος”.
- χρόνος ημιζωής
Στη φυσική: είναι ο χρόνος που χρειάζεται ένα εκθετικά μειούμενο μέγεθος να γίνει ίσο με το μισό της αρχικής του τιμής.
Μεταφορικά: δηλώνει τον χρόνο στον οποίο κάτι χάνει την αξία του, γίνεται ανεπίκαιρο. Για παράδειγμα “σήμερα η γνώση φαίνεται να έχει αποκτήσει ημιζωή· ό,τι ήταν πρωτοποριακό πριν λίγα χρόνια, ίσως τώρα φαίνεται ξεπερασμένο”.
![]()
Συγχαρητήρια Αποστόλη.
Διαβάζω:
πόλωση
Στη φυσική: φαινόμενο κατά το οποίο ο προσανατολισμός του ηλεκτρικού πεδίου στα ηλεκτρομαγνητικά κύματα περιορίζεται σε συγκεκριμένο επίπεδο.
Μεταφορικά: δηλώνει την ύπαρξη ασυμβίβαστων άκρων, για παράδειγμα “η προεκλογική περίοδος ήταν ως συνήθως πολωμένη”.
Ακούγοντας τη μεταφορική χρήση του όρου σκέφτομαι την πόλωση:

Έναν διαχωρισμό ενός πλήθους.
Καλημέρα Αποστόλη
γειά σου Γιάννη
Επιχειρώ να κολλήσω δυο σκέψεις στο όμορφο μπουκέτο με τις 34 λέξεις που μας πρόσφερες.
Οι επιστημονικοί όροι συνήθως αποτελούν δάνεια απ’ την καθημερινή γλώσσα (π.χ. Ισχύς)
Οι λέξεις της επιστήμης κάποιες φορές αποτελούν κατασκευές που επινόησαν οι επιστήμονες. Π.χ.
Εντροπία,
Κβάζαρ (quasar) / συντομογραφία του quasi-stellar radio source /σχεδόν αστρική ραδιοπηγή,
Λέιζερ (laser), ακρωνύμιο του Light Amplification by Stimulated Emission of Radiation.
Ενδιαφέρον όμως έχουν οι όροι που κατάγονται απ’ την αρχαία ή την φιλολογική χρήση της γλώσσας και υπερέβησαν μέσα απ’ την επιστημονική χρήση τους την αρχική τους μη επιστημονική σημασία:
«ιοβόλο βέλος» δηλαδή δηλητηριασμένο / Βιολογία: ιός
Καταλύτης/ καταλύω, «διαλύω», «καταστρέφω»/ Χημεία: διευκολύνω την εξέλιξη μιας χημικής αντίδρασης
Το κουαρκ πάλι, αποτελεί ασαφή επιλογή σπουδαίου λογοτέχνη, του James Joyce, που το χρησιμοποιεί για να κάνει ρίμα (Three quarks for Muster Mark!) και επέλεξε ο Gell – Mann για να χαρακτηρίσει τα στοιχειώδη δομικά χαρακτηριστικά των αδρονίων.
Και βέβαια το λατινικό κβάντο που μπήκε στην επιστήμη απ’ τον Plank το 1900, βρίσκεται στα γραπτά όλων των σύγχρονων φυσικών αλλά και στα στόματα όσων καθημερινών συμπολιτών αναζητούν υπερβατικές θεραπείες
Καλημέρα παιδιά.
Τις προάλλες κατά τη διάρκεια μαθήματος μαθητής που ασχολείται σοβαρά με το μπάσκετ μου ανέφερε το momentum της ομάδας του. Από εκεί και η ιδέα. Η υιοθέτηση όρων της φυσικής γλώσσας από τους επιστήμονες, η αλλαγή της σημασίας τους εντός του επιστημονικού πλαισίου και η ανατροφοδότηση της καθημερινής γλώσσας από αυτούς έχει πράγματι μεγάλο ενδιαφέρον. Ας μείνουμε μακριά τόσο από πολώσεις, όσο και από υπερβατικές θεραπείες.
Μπράβο Αποστόλη.
Σε βλέπω να κινείσαι πολύ ευέλικτα και σε άλλους δρόμους ασχολούμενος με τη γλώσσα!
Ενδιαφέρον άρθρο, απλά ήθελα να σημειώσω ότι οι πρωτοπόροι της επιστήμης στη χώρα, γνώριζαν και πολύ καλά ελληνικά, με αποτέλεσμα οι όροι που καθιερώθηκαν στη χώρα μας, να είναι πολύ πετυχημένοι. Και ας υπάρχει πάντα και η μεταφορική διάσταση στα νοήματα.